Το HILL (η πλήρης ονομασία είναι HILL ATHENS ROOFTOP RESTAURANT) είναι ένα σχετικά καινούριο bar-restaurant που λειτουργεί όλες τις ημέρες από το πρωί, πράγμα λογικό, αφού βρίσκεται πάνω στην Αποστόλου Παύλου, με την Ακρόπολη και το Θησείο φάτσα κάρτα. Τι άλλο μπορεί να επιθυμήσει η καρδούλα ενός τουρίστα για breakfast, brunch ή dinner; Εμείς οι ντόπιοι το επιλέξαμε, για να δειπνήσουμε παρέα με δύο συναδέλφους από την Ντοϊτσλάνδη και να συζητήσουμε περί ανέμων και υδάτων. Αναδρομικά συγχαρητήρια στον υπεύθυνο οργανωτικού της επιχείρησης, έκανε πραγματικά εξαιρετική επιλογή.
Το μαγαζί είναι διώροφο και μάλλον στενό, πράγμα που σημαίνει ότι μια κρατησούλα κρίνεται απαραίτητη, μαζί με ένα κερί στον κοντινό Άη Δημήτρη Λουμπαρδιάρη, για να σας βοηθήσει στο παρκάρισμα. Εμείς αυτό το τελευταίο το αμελήσαμε, με αποτέλεσμα – Σάββατο βράδυ – να παρκάρουμε στο τέρμα της Ερμού, ένα τεταρτάκι δρόμος και πάλι καλά να λες. Εννοείται ότι αράξαμε στην ταράτσα, όπου κατοικοεδρεύει και το μπαρ.
Η γενική εικόνα που αποκόμισα είναι ότι πρόκειται για ένα πολύ περιποιημένο χώρο εστίασης που ξέρει πολύ καλά σε τι κοινό στοχεύει. Art de la table πρώτης τάξεως, το προσωπικό στα όρια του αριθμητικά επαρκούς, πλην όμως αποτελεσματικό – και εντυπωσιακά γλωσσομαθές. Η κουζίνα τοποθετημένη στο επίπεδο του (ψιλο-)fine dining, ελληνομεσογειακή χωρίς εκπλήξεις και υπερβολές. Έμφαση στην ποικιλία της wine list, μια και οι περισσότεροι ξένοι επισκέπτες της πρωτεύουσας είναι ως γνωστόν γερά ποτήρια. Οι φίλοι μας πάντως το ροζέ «ΑΚΑΚΙΕΣ» του κυρ-Γιάννη που επέλεξα το (εκ)τίμησαν δεόντως.
Έχοντας μια κοπιαστική μέρα πίσω και μια εξίσου κοπιαστική μπροστά μας, παραγγείλαμε ένα πρώτο γύρο με ορεκτικά tutti a tavola και κατόπιν ένα κυρίως πιάτο για τον καθένα από τους τέσσερις.
Γύρος πρώτος: σαλάτα με πολύχρωμα κολοκυθάκια με αρμυρίκια και ανεβατό, πανακότα φέτας σε ζωμό καρπουζιού με δυόσμο, και μπάφα μαρινέ (θηλυκός κέφαλος, αν δεν κάνω λάθος, πάντως σίγουρα ψάρι κομμένο σε καρεδάκια), με το λάιμ να κάνει τη δουλειά και τη γλυστρίδα να υπογραμμίζει τη γεύση, χωρίς άλλο το καλύτερο πιάτο της αρχής. Με τη βοήθεια του ωραίου προζυμένιου ψωμιού δύο ειδών σε καλαθάκι διδάξαμε στους φίλους μας την Papara-Technik, όπου αρίστευσαν άπαντες.
Γύρος δεύτερος κατά αύξουσα σειρά κατάταξης: 4. Γίγαντες τύπου «ελέφαντες» Φενεού με μανιτάρια, αρακά και κρέμα γραβιέρας, όχι ιδιαίτερα γευστικοί. 3. Κοτόπουλο λεμονάτο με πουρέ και τσιπς αγκινάρας, ωραία αρωματισμένο με λεμονοθύμαρο. 2. Pasta kalamarata, όπου έχουμε ζυμαρικά κοντόχοντρα, όπως αυτά που μπαίνουν στην καρμπονάρα, με γαρίδες και ψιλοκομμένο χωριάτικο σαλάμι, σε ζωμό από τον τον οποίο απουσίαζε ο κρόκος. And the winner is: Ρεβυθάδα με χταπόδι σχάρας, με μπόλικο τσίπουρο.
Για επιδόρπιο μάς κέρασαν από ένα ποτηράκι εξαιρετικό λικέρ αρμπαρόριζας. Τελικά ήταν ένα πρώτης τάξεως φιλικό δείπνο, που κόστισε μεν – με δύο μπουκάλια κρασί – πάνω από 200τόσα ευρώ, όμως το ευχαριστηθήκαμε όλοι.
Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε τη σελίδα, θα υποθέσουμε πως είστε ικανοποιημένοι με αυτό.
Το HILL (η πλήρης ονομασία είναι HILL ATHENS ROOFTOP RESTAURANT) είναι ένα σχετικά καινούριο bar-restaurant που λειτουργεί όλες τις ημέρες από το πρωί, πράγμα λογικό, αφού βρίσκεται πάνω στην Αποστόλου Παύλου, με την Ακρόπολη και το Θησείο φάτσα κάρτα. Τι άλλο μπορεί να επιθυμήσει η καρδούλα ενός τουρίστα για breakfast, brunch ή dinner; Εμείς οι ντόπιοι το επιλέξαμε, για να δειπνήσουμε παρέα με δύο συναδέλφους από την Ντοϊτσλάνδη και να συζητήσουμε περί ανέμων και υδάτων. Αναδρομικά συγχαρητήρια στον υπεύθυνο οργανωτικού της επιχείρησης, έκανε πραγματικά εξαιρετική επιλογή.
Το μαγαζί είναι διώροφο και μάλλον στενό, πράγμα που σημαίνει ότι μια κρατησούλα κρίνεται απαραίτητη, μαζί με ένα κερί στον κοντινό Άη Δημήτρη Λουμπαρδιάρη, για να σας βοηθήσει στο παρκάρισμα. Εμείς αυτό το τελευταίο το αμελήσαμε, με αποτέλεσμα – Σάββατο βράδυ – να παρκάρουμε στο τέρμα της Ερμού, ένα τεταρτάκι δρόμος και πάλι καλά να λες. Εννοείται ότι αράξαμε στην ταράτσα, όπου κατοικοεδρεύει και το μπαρ.
Η γενική εικόνα που αποκόμισα είναι ότι πρόκειται για ένα πολύ περιποιημένο χώρο εστίασης που ξέρει πολύ καλά σε τι κοινό στοχεύει. Art de la table πρώτης τάξεως, το προσωπικό στα όρια του αριθμητικά επαρκούς, πλην όμως αποτελεσματικό – και εντυπωσιακά γλωσσομαθές. Η κουζίνα τοποθετημένη στο επίπεδο του (ψιλο-)fine dining, ελληνομεσογειακή χωρίς εκπλήξεις και υπερβολές. Έμφαση στην ποικιλία της wine list, μια και οι περισσότεροι ξένοι επισκέπτες της πρωτεύουσας είναι ως γνωστόν γερά ποτήρια. Οι φίλοι μας πάντως το ροζέ «ΑΚΑΚΙΕΣ» του κυρ-Γιάννη που επέλεξα το (εκ)τίμησαν δεόντως.
Έχοντας μια κοπιαστική μέρα πίσω και μια εξίσου κοπιαστική μπροστά μας, παραγγείλαμε ένα πρώτο γύρο με ορεκτικά tutti a tavola και κατόπιν ένα κυρίως πιάτο για τον καθένα από τους τέσσερις.
Γύρος πρώτος: σαλάτα με πολύχρωμα κολοκυθάκια με αρμυρίκια και ανεβατό, πανακότα φέτας σε ζωμό καρπουζιού με δυόσμο, και μπάφα μαρινέ (θηλυκός κέφαλος, αν δεν κάνω λάθος, πάντως σίγουρα ψάρι κομμένο σε καρεδάκια), με το λάιμ να κάνει τη δουλειά και τη γλυστρίδα να υπογραμμίζει τη γεύση, χωρίς άλλο το καλύτερο πιάτο της αρχής. Με τη βοήθεια του ωραίου προζυμένιου ψωμιού δύο ειδών σε καλαθάκι διδάξαμε στους φίλους μας την Papara-Technik, όπου αρίστευσαν άπαντες.
Γύρος δεύτερος κατά αύξουσα σειρά κατάταξης: 4. Γίγαντες τύπου «ελέφαντες» Φενεού με μανιτάρια, αρακά και κρέμα γραβιέρας, όχι ιδιαίτερα γευστικοί. 3. Κοτόπουλο λεμονάτο με πουρέ και τσιπς αγκινάρας, ωραία αρωματισμένο με λεμονοθύμαρο. 2. Pasta kalamarata, όπου έχουμε ζυμαρικά κοντόχοντρα, όπως αυτά που μπαίνουν στην καρμπονάρα, με γαρίδες και ψιλοκομμένο χωριάτικο σαλάμι, σε ζωμό από τον τον οποίο απουσίαζε ο κρόκος. And the winner is: Ρεβυθάδα με χταπόδι σχάρας, με μπόλικο τσίπουρο.
Για επιδόρπιο μάς κέρασαν από ένα ποτηράκι εξαιρετικό λικέρ αρμπαρόριζας. Τελικά ήταν ένα πρώτης τάξεως φιλικό δείπνο, που κόστισε μεν – με δύο μπουκάλια κρασί – πάνω από 200τόσα ευρώ, όμως το ευχαριστηθήκαμε όλοι.