Σήμερα θα αφήσουμε τη Χώρα Νάξου και θα κατευθυνθούμε βορειοδυτικά, στην αρχή μεσόγεια περνώντας από Αγκίδια και Εγγαρές, για να πιάσουμε θάλασσα στον Αμύτη. Από εκεί και πέρα η μια μικρή παραλία διαδέχεται την άλλη. Τοπίο εντελώς διαφορετικό από το πασίγνωστο νότιο μέρος του νησιού με τον Άη Προκόπη, την Αγία Άννα και την Πλάκα. Για να μην τα πολυλογώ, σε λίγο θα φτάσουμε στον κόλπο Αμπράμη. Ο δρόμος είναι βατός, κατηφορίζει μέχρι κάτω. Παρκάρετε, κατεβαίνετε λίγα σκαλιά και βρίσκεστε σε μια μεγαλούτσικη παραλία με βράχια αριστερά, βράχια δεξιά και μπόλικα μεγάλα αρμυρίκια που αποτελούν τη φυσική υποδομή. Τέντες, ξαπλώστρες και τα τοιαύτα ξεχάστε τα.
Εδώ υπάρχει μόνο μία ταβέρνα, Ο ΕΥΘΥΜΗΣ, απέναντι από το πάρκινγκ, που περιμένει να σας περιποιηθεί μετά το μπάνιο. Καλοβαλμένο, φροντισμένο και πεντακάθαρο μαγαζί, με μεγάλη, ευρύχωρη στεγασμένη βεράντα με μαρμάρινα γλυπτά παρακαλώ γύρω γύρω – όχι ασυνήθιστα για ένα τόπο με πολλά λατομεία στο βορινό του κομμάτι – που προσφέρει άπλετη θέα στο πέλαγος. Η εξυπηρέτηση – λέγε με Γιάννη – φιλική και με τέλεια γνώση των υλικών και των τεχνικών της κουζίνας.
Ο κατάλογος πλούσιος και επαρκής για όλα τα γούστα, δεν περιορίζεται δηλαδή στα θαλασσινά. Σε προηγούμενες επισκέψεις μας είχαμε δοκιμάσει από τα μαγειρευτά το «τυλιχτάρι», ο εστί μεθερμηνευόμενον κεφτεδάκια κοκκινιστά τυλιγμένα με μελιτζάνα, από κρεατικά ένα πρώτης ποιότητας ντόπιο λουκάνικο – η Νάξος σαφώς ειδικεύεται στα λουκάνικα – και από ορεκτικά φέτα ψητή με λαχανικά και χταποδοσαλάτα.
Φέτος αποφασίσαμε να κινηθούμε αποκλειστικά στο ψαρικό κομμάτι του καταλόγου – και πολύ σοφά πράξαμε. Ξεκινήσαμε με φρέσκο μπακαλιάρο με σκορδαλιά. Τρία υπερμεγέθη φιλέτα πραγματικό λουκούμι, με τη σκορδαλιά απλώς να προσθέτει μια πινελιά γεύσης.
Ακολούθησε ένα καλαμάρι γεμιστό με τυριά, ντομάτα και πιπεριά, άψογα ψημένο στα κάρβουνα και με σωστό λαδάκι από πάνω.
Η μεγάλη αποκάλυψη ήταν το τελευταίο πιάτο, που είχαμε δοκιμάσει πριν πολλά, πολλά χρόνια στην ουζερί του Τσαχπίνη στη Νάουσα της απέναντι Πάρου. Ο κυριος Γιάννης φρόντισε για τη μεταγραφή. Πρόκειται για τη «γούνα», δηλαδή ένα μεγάλο σκουμπρί που αφήνεται ανοιχτό στον ήλιο του Αιγαίου να στεγνώσει και με την παραγγελία παίρνει σειρά για ψήσιμο. Δεν περιγράφω άλλο, ένα πραγματικό ποίημα γεύσης. Συνοδεύσαμε το γεύμα με μια απλή αγγουροντομάτα, όπως είναι το σωστό, και δύο ποτήρια ρακή παραγωγής του ΕΥΘΥΜΗ, προσωπικά τη βρήκα ελαφρώς αδύνατη.
Ο λογαριασμός, λίγο πάνω από τα 80 €, αλμυρούτσικος, πλην όμως συμβατός με την τοποθεσία, το σέρβις, την ποιότητα και το μεγέθος των μερίδων. Ελπίζω Ο ΕΥΘΥΜΗΣ να διατηρήσει το ανεβασμένο, εξαιρετικά υψηλό επίπεδό του, που δικαιολογεί την απόσταση που καλείστε να διανύσετε.
Αξίζει τον κόπο, πιστέψτε με!
Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε τη σελίδα, θα υποθέσουμε πως είστε ικανοποιημένοι με αυτό.
Σήμερα θα αφήσουμε τη Χώρα Νάξου και θα κατευθυνθούμε βορειοδυτικά, στην αρχή μεσόγεια περνώντας από Αγκίδια και Εγγαρές, για να πιάσουμε θάλασσα στον Αμύτη. Από εκεί και πέρα η μια μικρή παραλία διαδέχεται την άλλη. Τοπίο εντελώς διαφορετικό από το πασίγνωστο νότιο μέρος του νησιού με τον Άη Προκόπη, την Αγία Άννα και την Πλάκα. Για να μην τα πολυλογώ, σε λίγο θα φτάσουμε στον κόλπο Αμπράμη. Ο δρόμος είναι βατός, κατηφορίζει μέχρι κάτω. Παρκάρετε, κατεβαίνετε λίγα σκαλιά και βρίσκεστε σε μια μεγαλούτσικη παραλία με βράχια αριστερά, βράχια δεξιά και μπόλικα μεγάλα αρμυρίκια που αποτελούν τη φυσική υποδομή. Τέντες, ξαπλώστρες και τα τοιαύτα ξεχάστε τα.
Εδώ υπάρχει μόνο μία ταβέρνα, Ο ΕΥΘΥΜΗΣ, απέναντι από το πάρκινγκ, που περιμένει να σας περιποιηθεί μετά το μπάνιο. Καλοβαλμένο, φροντισμένο και πεντακάθαρο μαγαζί, με μεγάλη, ευρύχωρη στεγασμένη βεράντα με μαρμάρινα γλυπτά παρακαλώ γύρω γύρω – όχι ασυνήθιστα για ένα τόπο με πολλά λατομεία στο βορινό του κομμάτι – που προσφέρει άπλετη θέα στο πέλαγος. Η εξυπηρέτηση – λέγε με Γιάννη – φιλική και με τέλεια γνώση των υλικών και των τεχνικών της κουζίνας.
Ο κατάλογος πλούσιος και επαρκής για όλα τα γούστα, δεν περιορίζεται δηλαδή στα θαλασσινά. Σε προηγούμενες επισκέψεις μας είχαμε δοκιμάσει από τα μαγειρευτά το «τυλιχτάρι», ο εστί μεθερμηνευόμενον κεφτεδάκια κοκκινιστά τυλιγμένα με μελιτζάνα, από κρεατικά ένα πρώτης ποιότητας ντόπιο λουκάνικο – η Νάξος σαφώς ειδικεύεται στα λουκάνικα – και από ορεκτικά φέτα ψητή με λαχανικά και χταποδοσαλάτα.
Φέτος αποφασίσαμε να κινηθούμε αποκλειστικά στο ψαρικό κομμάτι του καταλόγου – και πολύ σοφά πράξαμε. Ξεκινήσαμε με φρέσκο μπακαλιάρο με σκορδαλιά. Τρία υπερμεγέθη φιλέτα πραγματικό λουκούμι, με τη σκορδαλιά απλώς να προσθέτει μια πινελιά γεύσης.
Ακολούθησε ένα καλαμάρι γεμιστό με τυριά, ντομάτα και πιπεριά, άψογα ψημένο στα κάρβουνα και με σωστό λαδάκι από πάνω.
Η μεγάλη αποκάλυψη ήταν το τελευταίο πιάτο, που είχαμε δοκιμάσει πριν πολλά, πολλά χρόνια στην ουζερί του Τσαχπίνη στη Νάουσα της απέναντι Πάρου. Ο κυριος Γιάννης φρόντισε για τη μεταγραφή. Πρόκειται για τη «γούνα», δηλαδή ένα μεγάλο σκουμπρί που αφήνεται ανοιχτό στον ήλιο του Αιγαίου να στεγνώσει και με την παραγγελία παίρνει σειρά για ψήσιμο. Δεν περιγράφω άλλο, ένα πραγματικό ποίημα γεύσης. Συνοδεύσαμε το γεύμα με μια απλή αγγουροντομάτα, όπως είναι το σωστό, και δύο ποτήρια ρακή παραγωγής του ΕΥΘΥΜΗ, προσωπικά τη βρήκα ελαφρώς αδύνατη.
Ο λογαριασμός, λίγο πάνω από τα 80 €, αλμυρούτσικος, πλην όμως συμβατός με την τοποθεσία, το σέρβις, την ποιότητα και το μεγέθος των μερίδων. Ελπίζω Ο ΕΥΘΥΜΗΣ να διατηρήσει το ανεβασμένο, εξαιρετικά υψηλό επίπεδό του, που δικαιολογεί την απόσταση που καλείστε να διανύσετε.
Αξίζει τον κόπο, πιστέψτε με!