Με το τέλος των φετινών διακοπών θέλω να προσθέσω στη συλλογή του σάιτ μας τρία διαμαντάκια, που καλά θα κάνετε να επισκεφτείτε, όταν με το καλό σάς φέρει ο δρόμος στην όμορφη Νάξο. Ξεκινάω κατά σειρά προσβασιμότητας, οπότε πρώτη έρχεται η ουζερί ΒΑΡΑΒΒΑΣ, στην καρδιά της Χώρας Νάξου, στο παραλιακό πάρκινγκ στο ύψος της Σφίγγας των Ναξίων. Μικρό και ταπεινό, πλην όμως φωτεινό και πάντα γεμάτο, στη διάρκεια της high season χρειάζεται οπωσδήποτε κράτηση. Το σέρβις – αποκλειστικά θηλυκού γένους – θα σας κερδίσει από την πρώτη στιγμή. Η αγάπη για τη λεπτομέρεια αποκαλύπτεται ήδη ανοίγοντας το δίγλωσσο – απόλυτα απαραίτητο, γιατί η Χώρα κατακλύζεται από όλες τις φυλές του Ισραήλ – αλφαβητάριο-κατάλογο, όπου στην πρώτη σελίδα φροντίζουν να εξηγήσουν με υπερηφάνεια την προέλευση του κατά βάση παράξενου ονόματος του καταστήματος. Μάλλον αποκλείεται να το γνωρίζετε, σας αφήνω με την περιέργεια, ας ξεκινήσει η περιήγηση στο φροντισμένο τετραδιάκι από την πρώτη σελίδα.
Στο ΒΑΡΑΒΒΑ θα βρείτε τόσο ωραίους μεζέδες όσο και τα αναμενόμενα ψαρικά, αλλά και κρεατικά για τους αμετανόητους. Το καλό είναι ότι τα πιάτα φτάνουν στο τραπέζι όχι όλα μαζί, αλλά όπως τα βγάζει η κουζίνα, πράγμα που επιτρέπει να δειπνήσετε με την άνεσή σας. Εμείς στην τελευταία μας επίσκεψη ξεκινήσαμε με ένα πιάτο-έκπληξη, τον μεζέ του ψαρά (= σουπιά και γαριδούλες μαριναρισμένες, με κύβους πιπεριάς και ντομάτας) και μια μελιτζανοσαλάτα που πιο αυθεντικά χειροποίητη δεν γίνεται, παρέα με ψωμάκι σκορδάτο στα κάρβουνα. Ίσα που τα είχαμε βολέψει στο στομαχάκι μας, κατέφτασε το κατά την άποψή μου εμβληματικό πιάτο του μαγαζιού, το σαλατούρι, must order ασυζητητί, με λιανισμένο σαλάχι και άλλα ψαροφιλέτα με ελαφρύ λαδολέμονο, πασπαλισμένα με μπόλικο μαϊντανό. Τελευταίο πιάτο αυτό που φτιάχνεται εκείνη την ώρα, καλαμάρι ψητό, πραγματικά λουκούμι, όπως πρέπει ψημένο και άψογα αρτυμένο. Αντί του τσίπουρου που συνηθίζουμε ήπιαμε από μία μπυρίτσα, νομίζω όμως πως έφτασε ο καιρός να δώσουμε μια δεύτερη ευκαιρία στα ωραία ούζα της πατρίδας μας.
Επιδόρπιο κέρασμα μια πιατέλα με καρπούζι και πεπόνι, ό,τι χρειάζεται για να ξεπλύνεις το στόμα. Κόστος ελάχιστα πάνω από τα 50 €, τίμιο αντίκρυσμα για την ποσότητα και ποιότητα αυτών που καταναλώσαμε. Στον ΒΑΡΑΒΒΑ θα εξακολουθήσουμε να είμαστε πιστοί πελάτες, γιατί το αξίζει 100%. Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι δύο από τα τρία εστιατόρια σ’ αυτή την πλευρά του δρόμου, ονομαστά και τα δύο, άλλαξαν εφέτος χέρια και προσανατολισμό, ο ΒΑΡΑΒΒΑΣ όμως παραμένει όπως τον ξέρουμε – και τον θέλουμε.
Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε τη σελίδα, θα υποθέσουμε πως είστε ικανοποιημένοι με αυτό.
Με το τέλος των φετινών διακοπών θέλω να προσθέσω στη συλλογή του σάιτ μας τρία διαμαντάκια, που καλά θα κάνετε να επισκεφτείτε, όταν με το καλό σάς φέρει ο δρόμος στην όμορφη Νάξο. Ξεκινάω κατά σειρά προσβασιμότητας, οπότε πρώτη έρχεται η ουζερί ΒΑΡΑΒΒΑΣ, στην καρδιά της Χώρας Νάξου, στο παραλιακό πάρκινγκ στο ύψος της Σφίγγας των Ναξίων. Μικρό και ταπεινό, πλην όμως φωτεινό και πάντα γεμάτο, στη διάρκεια της high season χρειάζεται οπωσδήποτε κράτηση. Το σέρβις – αποκλειστικά θηλυκού γένους – θα σας κερδίσει από την πρώτη στιγμή. Η αγάπη για τη λεπτομέρεια αποκαλύπτεται ήδη ανοίγοντας το δίγλωσσο – απόλυτα απαραίτητο, γιατί η Χώρα κατακλύζεται από όλες τις φυλές του Ισραήλ – αλφαβητάριο-κατάλογο, όπου στην πρώτη σελίδα φροντίζουν να εξηγήσουν με υπερηφάνεια την προέλευση του κατά βάση παράξενου ονόματος του καταστήματος. Μάλλον αποκλείεται να το γνωρίζετε, σας αφήνω με την περιέργεια, ας ξεκινήσει η περιήγηση στο φροντισμένο τετραδιάκι από την πρώτη σελίδα.
Στο ΒΑΡΑΒΒΑ θα βρείτε τόσο ωραίους μεζέδες όσο και τα αναμενόμενα ψαρικά, αλλά και κρεατικά για τους αμετανόητους. Το καλό είναι ότι τα πιάτα φτάνουν στο τραπέζι όχι όλα μαζί, αλλά όπως τα βγάζει η κουζίνα, πράγμα που επιτρέπει να δειπνήσετε με την άνεσή σας. Εμείς στην τελευταία μας επίσκεψη ξεκινήσαμε με ένα πιάτο-έκπληξη, τον μεζέ του ψαρά (= σουπιά και γαριδούλες μαριναρισμένες, με κύβους πιπεριάς και ντομάτας) και μια μελιτζανοσαλάτα που πιο αυθεντικά χειροποίητη δεν γίνεται, παρέα με ψωμάκι σκορδάτο στα κάρβουνα. Ίσα που τα είχαμε βολέψει στο στομαχάκι μας, κατέφτασε το κατά την άποψή μου εμβληματικό πιάτο του μαγαζιού, το σαλατούρι, must order ασυζητητί, με λιανισμένο σαλάχι και άλλα ψαροφιλέτα με ελαφρύ λαδολέμονο, πασπαλισμένα με μπόλικο μαϊντανό. Τελευταίο πιάτο αυτό που φτιάχνεται εκείνη την ώρα, καλαμάρι ψητό, πραγματικά λουκούμι, όπως πρέπει ψημένο και άψογα αρτυμένο. Αντί του τσίπουρου που συνηθίζουμε ήπιαμε από μία μπυρίτσα, νομίζω όμως πως έφτασε ο καιρός να δώσουμε μια δεύτερη ευκαιρία στα ωραία ούζα της πατρίδας μας.
Επιδόρπιο κέρασμα μια πιατέλα με καρπούζι και πεπόνι, ό,τι χρειάζεται για να ξεπλύνεις το στόμα. Κόστος ελάχιστα πάνω από τα 50 €, τίμιο αντίκρυσμα για την ποσότητα και ποιότητα αυτών που καταναλώσαμε. Στον ΒΑΡΑΒΒΑ θα εξακολουθήσουμε να είμαστε πιστοί πελάτες, γιατί το αξίζει 100%. Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι δύο από τα τρία εστιατόρια σ’ αυτή την πλευρά του δρόμου, ονομαστά και τα δύο, άλλαξαν εφέτος χέρια και προσανατολισμό, ο ΒΑΡΑΒΒΑΣ όμως παραμένει όπως τον ξέρουμε – και τον θέλουμε.