Έφτασε επιτέλους η στιγμή να σας συστήσω ένα must visit εστιατόριο όχι στην Αθήνα, ούτε στη Νάξο, αλλά στην ιδιαίτερη πατρίδα μου, τη Θεσσαλονίκη, που δυστυχώς σπάνια καταφέρνω να επισκεφτώ περισσότερο από μία φορά το χρόνο. Αφορμή για την κριτική αυτή δόθηκε από την πρώτη επίσκεψή μου στο ΑΡΓΟΦΑΓΕΙΟ, ένα μικρούλι εστιατόριο στο κέντρο της πόλης, πολύ κοντά στην πιάτσα της Πλατείας Ναυαρίνου.
Μιλάμε για έναν πεντακάθαρο περιποιημένο χώρο, ούτε καν ισόγειο, πίσω από την πόρτα της εισόδου σας περιμένουν τρία σκαλιά προς τα κάτω, με ούτε δέκα τραπέζια συνολικά, τα οποία όμως είναι στρωμένα με λινά τραπεζομάντιλα, ενώ η σικάτη art de la table προσθέτει πόντους. Οι τοίχοι διακοσμημένοι με φωτογραφίες και memorabilia της παλιάς Θεσσαλονίκης, πιο vintage περιβάλλον δε γίνεται.
Η πελατεία κυρίως ξένοι επισκέπτες από όλες τις χώρες του κόσμου, καθώς η συμπρωτεύουσα έχει κάνει ήδη όνομα ως τουριστικός και γαστρονομικός προορισμός στη Βόρεια Ελλάδα. Υποδειγματική υποδοχή και τακτοποίηση από τον γλωσσομαθή χαμογελαστό εξυπηρετητή (το να τον αποκαλέσω απλώς «σερβιτόρο» θα ήταν άδικο). Καλογραμμένος και κατατοπιστικός κατάλογος φαγητών και ποτών προσγειώνεται στο τραπέζι, ενώ στον τοίχο κρέμεται μαυροπίνακας με την επιγραφή «Εδεσματολόγιο», με τα πιο εντυπωσιακά πιάτα που βγάζει η κουζίνα. Μεγάλη ποικιλία σε ορεκτικά πάσης φύσεως, ό,τι χρειάζεται για ένα δείπνο με φίλους σε ωραία ατμόσφαιρα. Ο σεφ Γιάννης Κατσαντώνης δεν μένει κρυμμένος στην κουζίνα στο βάθος, κάθε τόσο κάνει μια βόλτα στη σκάλα, για να συζητήσει και να ακούσει τις εντυπώσεις των πελατών.
Ξεκινήσαμε με αμπελοσαρμάδες, δηλαδή ντολμάδες με ρύζι, γνωστούς και ως γιαλαντζή ντολμάδες, με ένα γιαουρτένιο βουναλάκι με άνηθο στο κέντρο, σωστά βρασμένους στην κατσαρόλα, και μελιτζανοσαλάτα με ταχίνι, το οποίο μαζί με καρύδια και φρέσκο κρεμμυδάκι έδινε και χρώμα και γεύση σε ένα πιάτο που δεν είχα ξαναφάει – έχω μείνει στο τζατζίκι με αβοκάντο ο καψερός.
Συνεχίσαμε με μανιτάρια φρικασέ, αντί του αρχικώς παραγγελθέντος παστουρμά θαλάσσης, που είχε τελειώσει, και ήταν χορταστικά μεν, πλην όμως κατά την ταπεινή μου γνώμη αδύναμα σε γεύση. Ευτυχώς το επόμενο πιάτο, λεπτοκομμένο καπνιστό κοτόπουλο, με ροδέλες κόκκινης πιπεριάς και τριμμένο τυρί από πάνω, ανέβασε πάλι τον πήχη, για να κλέψει οριστικά την παράσταση το πιάτο με το περίεργο όνομα «κυανό Θεσσαλονίκης», εδώ μιλάμε για nomen est omen, ένα είδος κατσικίσιου ροκφόρ, σερβιρισμένο απλά με κριτσίνια, που επιβεβαίωσε το γνωστό ρητό ότι το τυρί κλείνει το στομάχι.
Συνοδεύσαμε το δείπνο μας με δύο μπουκάλια σαλονικιώτικης μπύρας «ΑΛΗ ΙΡΑ», με ένα λάμδα και υποδειγματική γεύση India Pale Ale, το καλύτερο είδος μπύρας για να συνοδεύσετε το φαγητό σας και όχι απλώς να πιείτε μπύρα.
Επιδόρπιο, κερασμένο βέβαια, γιαούρτι με γλυκό βύσσινο, τόσο όσο για να αλλάξει η γεύση, και ο λογαριασμός για δύο άτομα στα 48€, κάτι παραπάνω από τίμιος. Αχ, πατρίδα, σ’ αγαπώ! Να έχετε υπόψη ότι το μενού στο ΑΡΓΟΦΑΓΕΙΟ αλλάζει τακτικά, να είστε συνεπώς έτοιμοι για εκπλήξεις. Συνιστάται κράτηση.
Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε τη σελίδα, θα υποθέσουμε πως είστε ικανοποιημένοι με αυτό.
Έφτασε επιτέλους η στιγμή να σας συστήσω ένα must visit εστιατόριο όχι στην Αθήνα, ούτε στη Νάξο, αλλά στην ιδιαίτερη πατρίδα μου, τη Θεσσαλονίκη, που δυστυχώς σπάνια καταφέρνω να επισκεφτώ περισσότερο από μία φορά το χρόνο. Αφορμή για την κριτική αυτή δόθηκε από την πρώτη επίσκεψή μου στο ΑΡΓΟΦΑΓΕΙΟ, ένα μικρούλι εστιατόριο στο κέντρο της πόλης, πολύ κοντά στην πιάτσα της Πλατείας Ναυαρίνου.
Μιλάμε για έναν πεντακάθαρο περιποιημένο χώρο, ούτε καν ισόγειο, πίσω από την πόρτα της εισόδου σας περιμένουν τρία σκαλιά προς τα κάτω, με ούτε δέκα τραπέζια συνολικά, τα οποία όμως είναι στρωμένα με λινά τραπεζομάντιλα, ενώ η σικάτη art de la table προσθέτει πόντους. Οι τοίχοι διακοσμημένοι με φωτογραφίες και memorabilia της παλιάς Θεσσαλονίκης, πιο vintage περιβάλλον δε γίνεται.
Η πελατεία κυρίως ξένοι επισκέπτες από όλες τις χώρες του κόσμου, καθώς η συμπρωτεύουσα έχει κάνει ήδη όνομα ως τουριστικός και γαστρονομικός προορισμός στη Βόρεια Ελλάδα. Υποδειγματική υποδοχή και τακτοποίηση από τον γλωσσομαθή χαμογελαστό εξυπηρετητή (το να τον αποκαλέσω απλώς «σερβιτόρο» θα ήταν άδικο). Καλογραμμένος και κατατοπιστικός κατάλογος φαγητών και ποτών προσγειώνεται στο τραπέζι, ενώ στον τοίχο κρέμεται μαυροπίνακας με την επιγραφή «Εδεσματολόγιο», με τα πιο εντυπωσιακά πιάτα που βγάζει η κουζίνα. Μεγάλη ποικιλία σε ορεκτικά πάσης φύσεως, ό,τι χρειάζεται για ένα δείπνο με φίλους σε ωραία ατμόσφαιρα. Ο σεφ Γιάννης Κατσαντώνης δεν μένει κρυμμένος στην κουζίνα στο βάθος, κάθε τόσο κάνει μια βόλτα στη σκάλα, για να συζητήσει και να ακούσει τις εντυπώσεις των πελατών.
Ξεκινήσαμε με αμπελοσαρμάδες, δηλαδή ντολμάδες με ρύζι, γνωστούς και ως γιαλαντζή ντολμάδες, με ένα γιαουρτένιο βουναλάκι με άνηθο στο κέντρο, σωστά βρασμένους στην κατσαρόλα, και μελιτζανοσαλάτα με ταχίνι, το οποίο μαζί με καρύδια και φρέσκο κρεμμυδάκι έδινε και χρώμα και γεύση σε ένα πιάτο που δεν είχα ξαναφάει – έχω μείνει στο τζατζίκι με αβοκάντο ο καψερός.
Συνεχίσαμε με μανιτάρια φρικασέ, αντί του αρχικώς παραγγελθέντος παστουρμά θαλάσσης, που είχε τελειώσει, και ήταν χορταστικά μεν, πλην όμως κατά την ταπεινή μου γνώμη αδύναμα σε γεύση. Ευτυχώς το επόμενο πιάτο, λεπτοκομμένο καπνιστό κοτόπουλο, με ροδέλες κόκκινης πιπεριάς και τριμμένο τυρί από πάνω, ανέβασε πάλι τον πήχη, για να κλέψει οριστικά την παράσταση το πιάτο με το περίεργο όνομα «κυανό Θεσσαλονίκης», εδώ μιλάμε για nomen est omen, ένα είδος κατσικίσιου ροκφόρ, σερβιρισμένο απλά με κριτσίνια, που επιβεβαίωσε το γνωστό ρητό ότι το τυρί κλείνει το στομάχι.
Συνοδεύσαμε το δείπνο μας με δύο μπουκάλια σαλονικιώτικης μπύρας «ΑΛΗ ΙΡΑ», με ένα λάμδα και υποδειγματική γεύση India Pale Ale, το καλύτερο είδος μπύρας για να συνοδεύσετε το φαγητό σας και όχι απλώς να πιείτε μπύρα.
Επιδόρπιο, κερασμένο βέβαια, γιαούρτι με γλυκό βύσσινο, τόσο όσο για να αλλάξει η γεύση, και ο λογαριασμός για δύο άτομα στα 48€, κάτι παραπάνω από τίμιος. Αχ, πατρίδα, σ’ αγαπώ! Να έχετε υπόψη ότι το μενού στο ΑΡΓΟΦΑΓΕΙΟ αλλάζει τακτικά, να είστε συνεπώς έτοιμοι για εκπλήξεις. Συνιστάται κράτηση.