Ερμηνεία του γράφοντος μετά από ενδελεχή μελέτη: Η μη λεξικογραφημένη ονομασία CINAPOS θεωρώ ότι προέρχεται από σύμφυση των λέξεων «σινάπι», ένα ιδιαίτερο μπαχαρικό της πολίτικης κουζίνας, και «ίππος», απότιση τιμής στο γεγονός ότι στο κτίριο όπου στεγάζεται το δεύτερο, μετά το OVIO, ρεστοράν του Πάνου Ιωαννίδη, λειτουργούσαν – 200 τόσα χρόνια πριν – οι βασιλικοί στάβλοι του Όθωνα και της Αμαλίας. Όπως και να ‘χει, το CINAPOS, στην αρχή της οδού Ηρακλειδών, η οποία ξεκινά αριστερά από τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου στο ύψος του ναού του Ηφαίστου, πολύ κοντά στο σταθμό του Θησείου, έχει ήδη εξελιχθεί σε έναν από τους δημοφιλέστερους χώρους εστίασης στο κέντρο της πρωτεύουσας για Έλληνες και ξένους πάσης ηλικίας. Μολονότι ο χώρος είναι πολύ μεγάλος, υπολογίζω ότι χωράει γύρω στα 200 (!) άτομα, είναι μάλλον απίθανο να βρείτε θεσούλα για εσάς και την παρέα σας χωρίς έγκαιρη κράτηση.
Όταν ο καιρός το επιτρέπει, υπάρχουν λίγα τραπέζια εξωτερικά, παράλληλα με την πρόσοψη του μαγαζιού. Για να νιώσετε όμως πού είστε, πρέπει να περάσετε τη βαριά σιδερένια πόρτα της εισόδου. Θα αντικρύσετε έναν πραγματικά υπέροχο χώρο, που δυσκολεύομαι να περιγράψω. Το απόλυτο highlight είναι μια ελιά στη μέση της τεράστιας κεντρικής αίθουσας, με καναπέδες και τα προνομιούχα τραπέζια περιμετρικά. Όπως λέει όμως η παροιμία «όλοι οι καλοί χωράνε», έτσι θα βολευτείτε μια χαρά, είτε είστε ζευγαράκι είτε μεγάλη παρέα. Tipp: Στο βάθος υπάρχει ένας πιο ήσυχος χώρος, γιατί η αλήθεια είναι ότι τα ντεσιμπέλ της μουσικής υπόκρουσης σε συνδυασμό με την απουσία εύλογης απόστασης ανάμεσα στα τραπέζια ώρες ώρες λειτουργούν ενοχλητικά.
Το προσωπικό επαρκές και καλοσυντονισμένο, η art de la table πολυτελής και ελληνικότατη, και ο κατάλογος απλός και συνάμα περιεκτικός ανοίγει πάντα την όρεξη για την επόμενη επίσκεψη. Ξεχάστε pasta, pizza και risotto, εδώ σερβίρονται ελληνικοί μεζέδες, ίσως λίγο πιο ανεβασμένοι σε έμπνευση και ποιότητα από αυτούς που έφτιαχνε η γιαγιά σας, αλλά σίγουρα πιστοί στη γαστρονομική παράδοση του τόπου μας.
Στην τελευταία μας επίσκεψη, παρέα με δύο αγαπημένα ξενιτεμένα ξαδέλφια, αποφασίσαμε να «περιοριστούμε» σχεδόν 100% σε μεζέδες. Ξεκινήσαμε λοιπόν με ταραμοσαλάτα με αυγοτάραχο, ίσως το γευστικά πιο αδύνατο πιάτο της βραδιάς, που ταίριαξε όμως τέλεια με το υπέροχο ψωμί σε διάφορες ποικιλίες που σερβίρουν στο CINAPOS, νοστιμότατους γιαλαντζή ντολμάδες, όπως τους ξέρω από την πατρίδα μου, μελιτζάνες σκορδάτες, καλοτηγανισμένες μεν, όμως χωρίς την αναμενόμενη σκορδάτη επίγευση, ντομάτα σαλάτα σε φέτες στεφανωμένες με δροσερό κατίκι, πολύ σωστά αρτυμένη και λεπτοκομμένη λακέρδα, που με λίγο λεμονάκι από πάνω απογειώθηκε. Στο δεύτερο, τρόπος του λέγειν, γύρο, δοκιμάσαμε ένα παραδοσιακό σαγανάκι με γραβιέρα Αμφιλοχίας συνοδευόμενο από μαρμελάδα (από κυδώνι;), τραγανά παστουρμαδοπιτάκια με συνοδεία κόκκινου ντιπ, κατά γενική ομολογία το καλύτερο πιάτο της βραδιάς, και τέλος μια κανονική μερίδα κεμπάπ, όπου δεν έλειπε τίποτα: ωραία κεμπάπια, ντοματούλα, κρεμμυδάκι, πιτούλα.
Οι δύο οδηγούντες συνόδευσαν το δείπνο τους με την καλύτερη ελληνική μπύρα «άνευ», λέγε Βεργίνα, οι δύο τυχερότεροι επέλεξαν τη ΛΟΛΑ, μια ελληνική μπύρα ΙΡΑ από τη Λάρισα, που επιβεβαίωσε την κρατούσα άποψη ότι σ’ αυτή τη χώρα πολύ γρήγορα μάθαμε να βγάζουμε μπύρες περιωπής. Για επιδόρπιο βάλαμε στη μέση ένα θεσπέσιο παγωμένο γιαούρτι με γλυκό κουταλιού κεράσι και ένα ρυζόγαλο φούρνου, επίσης νόστιμο, όπως και ο χαλβάς κέρασμα του μαγαζιού.
Ο λογαριασμός για τέσσερα άτομα ίσα που ξεπέρασε τα 100 ευρώ. Ο CINAPOS ως συνολική εμπειρία «περιβάλλον + κουζίνα» μας άφησε για άλλη μια φορά απόλυτα ευχαριστημένους.
Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε τη σελίδα, θα υποθέσουμε πως είστε ικανοποιημένοι με αυτό.
Ερμηνεία του γράφοντος μετά από ενδελεχή μελέτη: Η μη λεξικογραφημένη ονομασία CINAPOS θεωρώ ότι προέρχεται από σύμφυση των λέξεων «σινάπι», ένα ιδιαίτερο μπαχαρικό της πολίτικης κουζίνας, και «ίππος», απότιση τιμής στο γεγονός ότι στο κτίριο όπου στεγάζεται το δεύτερο, μετά το OVIO, ρεστοράν του Πάνου Ιωαννίδη, λειτουργούσαν – 200 τόσα χρόνια πριν – οι βασιλικοί στάβλοι του Όθωνα και της Αμαλίας. Όπως και να ‘χει, το CINAPOS, στην αρχή της οδού Ηρακλειδών, η οποία ξεκινά αριστερά από τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου στο ύψος του ναού του Ηφαίστου, πολύ κοντά στο σταθμό του Θησείου, έχει ήδη εξελιχθεί σε έναν από τους δημοφιλέστερους χώρους εστίασης στο κέντρο της πρωτεύουσας για Έλληνες και ξένους πάσης ηλικίας. Μολονότι ο χώρος είναι πολύ μεγάλος, υπολογίζω ότι χωράει γύρω στα 200 (!) άτομα, είναι μάλλον απίθανο να βρείτε θεσούλα για εσάς και την παρέα σας χωρίς έγκαιρη κράτηση.
Όταν ο καιρός το επιτρέπει, υπάρχουν λίγα τραπέζια εξωτερικά, παράλληλα με την πρόσοψη του μαγαζιού. Για να νιώσετε όμως πού είστε, πρέπει να περάσετε τη βαριά σιδερένια πόρτα της εισόδου. Θα αντικρύσετε έναν πραγματικά υπέροχο χώρο, που δυσκολεύομαι να περιγράψω. Το απόλυτο highlight είναι μια ελιά στη μέση της τεράστιας κεντρικής αίθουσας, με καναπέδες και τα προνομιούχα τραπέζια περιμετρικά. Όπως λέει όμως η παροιμία «όλοι οι καλοί χωράνε», έτσι θα βολευτείτε μια χαρά, είτε είστε ζευγαράκι είτε μεγάλη παρέα. Tipp: Στο βάθος υπάρχει ένας πιο ήσυχος χώρος, γιατί η αλήθεια είναι ότι τα ντεσιμπέλ της μουσικής υπόκρουσης σε συνδυασμό με την απουσία εύλογης απόστασης ανάμεσα στα τραπέζια ώρες ώρες λειτουργούν ενοχλητικά.
Το προσωπικό επαρκές και καλοσυντονισμένο, η art de la table πολυτελής και ελληνικότατη, και ο κατάλογος απλός και συνάμα περιεκτικός ανοίγει πάντα την όρεξη για την επόμενη επίσκεψη. Ξεχάστε pasta, pizza και risotto, εδώ σερβίρονται ελληνικοί μεζέδες, ίσως λίγο πιο ανεβασμένοι σε έμπνευση και ποιότητα από αυτούς που έφτιαχνε η γιαγιά σας, αλλά σίγουρα πιστοί στη γαστρονομική παράδοση του τόπου μας.
Στην τελευταία μας επίσκεψη, παρέα με δύο αγαπημένα ξενιτεμένα ξαδέλφια, αποφασίσαμε να «περιοριστούμε» σχεδόν 100% σε μεζέδες. Ξεκινήσαμε λοιπόν με ταραμοσαλάτα με αυγοτάραχο, ίσως το γευστικά πιο αδύνατο πιάτο της βραδιάς, που ταίριαξε όμως τέλεια με το υπέροχο ψωμί σε διάφορες ποικιλίες που σερβίρουν στο CINAPOS, νοστιμότατους γιαλαντζή ντολμάδες, όπως τους ξέρω από την πατρίδα μου, μελιτζάνες σκορδάτες, καλοτηγανισμένες μεν, όμως χωρίς την αναμενόμενη σκορδάτη επίγευση, ντομάτα σαλάτα σε φέτες στεφανωμένες με δροσερό κατίκι, πολύ σωστά αρτυμένη και λεπτοκομμένη λακέρδα, που με λίγο λεμονάκι από πάνω απογειώθηκε. Στο δεύτερο, τρόπος του λέγειν, γύρο, δοκιμάσαμε ένα παραδοσιακό σαγανάκι με γραβιέρα Αμφιλοχίας συνοδευόμενο από μαρμελάδα (από κυδώνι;), τραγανά παστουρμαδοπιτάκια με συνοδεία κόκκινου ντιπ, κατά γενική ομολογία το καλύτερο πιάτο της βραδιάς, και τέλος μια κανονική μερίδα κεμπάπ, όπου δεν έλειπε τίποτα: ωραία κεμπάπια, ντοματούλα, κρεμμυδάκι, πιτούλα.
Οι δύο οδηγούντες συνόδευσαν το δείπνο τους με την καλύτερη ελληνική μπύρα «άνευ», λέγε Βεργίνα, οι δύο τυχερότεροι επέλεξαν τη ΛΟΛΑ, μια ελληνική μπύρα ΙΡΑ από τη Λάρισα, που επιβεβαίωσε την κρατούσα άποψη ότι σ’ αυτή τη χώρα πολύ γρήγορα μάθαμε να βγάζουμε μπύρες περιωπής. Για επιδόρπιο βάλαμε στη μέση ένα θεσπέσιο παγωμένο γιαούρτι με γλυκό κουταλιού κεράσι και ένα ρυζόγαλο φούρνου, επίσης νόστιμο, όπως και ο χαλβάς κέρασμα του μαγαζιού.
Ο λογαριασμός για τέσσερα άτομα ίσα που ξεπέρασε τα 100 ευρώ. Ο CINAPOS ως συνολική εμπειρία «περιβάλλον + κουζίνα» μας άφησε για άλλη μια φορά απόλυτα ευχαριστημένους.