Ο παλιός ‘’Πλάτανος’’ για λόγους άσχετους με τα γραπτά που μένουν, έκλεισε και στη θέση του άνοιξε ο ‘’Μπουμπούκος’’.
Και τι εστί ‘’Μπουμπούκος’’;
Ο ορισμός του παραδοσιακού τσιπουράδικου. Ωραίο πέτρινο κτίσμα, πλάτανος για παχιά καλοκαιρινή σκιά, μεζέδες πέραν του δέοντος σε ποσότητα, εξαιρετικοί και φρέσκοι σε ποιότητα. Αντιγράφω τα γενικά για όσους δεν διάβασαν την κριτική του ‘’Πλάτανου’’.
Στην πάνω πλευρά των Παλιών και λίγο πιο κάτω και δεξιά από τον Ι.Ν. Αγίων Θεοδώρων (εκκλησιάζεσαι και μετά πας για τσίπουρα) άνοιξε ο ‘’Μπουμπούκος’’ στη θέση του ‘’Πλάτανου’’, με την κουζίνα να την έχει αναλάβει γνώστης των τσιπουρομεζέδων με θητεία σε διάφορα παρόμοια μαγαζιά της πόλης.
Άρα η επιτυχία δεδομένη.
Το στήσιμο του χώρου φινετσάτο. Πετρόχτιστο μαγαζί με τα κλασσικά μεγάλα παραθυρόφυλλα άλλης εποχής, minimal φωτιστικά, ωραία διακόσμηση και ανοιχτή κουζίνα με μεγάλο stand μπροστά, παραπέμπει σε μεζεδοπωλείο Βορείων προαστίων της πρωτεύουσας. Άνετα στέκεται εκεί και χαλαρά κερδίζει σημαντικό μερίδιο της κίνησης.
Το χύμα του τσίπουρο, φέρνεται από Τύρναβο (Fly man) από παραγωγό που έχει εύγευστο λευκό χύμα κρασί και είναι φρουτώδες με ελαφρά όξινη επίγευση και γλυκόπιοτο. Στο χέρι σας τι θα διαλέξετε.
Τα συνοδευτικά είναι για να χορτάσει όλος ο Λόχος του Κώστα Πρέκα στην επική ταινία ‘’ΟΧΙ’’ και αφού παραδώσει τα οχυρά στους κατακτητές Γερμανούς να ταΐσει και αυτούς που θα μείνουν για φύλαξη.
Μαστορικά φτιαγμένα λοιπόν, σε μαγαζί που γέμισε χαλαρά καθημερινή από λογής λογής Βολιώτες-τισες από 18 έως 78 years old, απολαύσαμε στον έξω χώρο και πήραμε και πακέτο(!!!) τα κάτωθι!
Γαύρο φουρνιστό όπως τον έκανε η μάνα τα χρόνια που δεν έτρωγα ψάρι και δεχόμουνα bulling και τον απολάμβανα μεγάλος –βγάζω καπέλο- όπως και για τη σαρδέλα με τα λεμονάτα χόρτα,γόνο καλαμάρι να τρώει η μάνα –και είχε πολλές την ώρα που πήγαμε- και στο παιδί να η δίνει, ξιδάτη πιπεριά όπως την κάνω εγώ στη σχάρα οπότε δεν χρειάζεται να πω αν ήταν καλή, τουρσί με παστά, τα παστά ετοιματζίδικα αλλά φάνηκε το έξτρα της κουζίνας διότι το τουρσί ήταν του μαγαζιού – απίθανη η μελιτζάνα-, χταπόδι σχαράτο εξαιρετικό με λάχανο και πιπεριά, ψαράκι (σκουμπρί) γυμνό μόνο με πιπεριά και λάδι, απόλαυση, γαριδούλες κλασσική κίνηση, χέρι, στόμα, next, slices από σουπιά στα κάρβουνα ωραία η γεύση και η επίγευση, tapas με ντομάτα και ροκφόρ κλασικό στον Βόλο αλλά όχι απαραίτητο μπορούσε να λείψει από το τραπέζι.
Τα τελευταία τσίπουρα και μπύρες – lager Βολιώτισσα must taste– ήταν άνευ μεζέ γιατί είχαμε σκάσει.
Κέρασμα στο τέλος κουρκουμπίνι αγαπημένο.Κάτι καλό έχει ξεκινήσει στα Παλιά του Βόλου, με προοπτική και πολλά υποσχόμενο.
Απ’ ό,τι διαπίστωσα υπάρχει όρεξη και μεράκι οπότε άνετα μπορεί να γίνει talk of the town και να ανεβάσει επίπεδο και τα πιάτα του.
Δοκιμάστε το κάνοντας κράτηση, διότι πέρα από τα κλασσικά κατεστημένα Βολιώτικα τσιπουράδικα όπου βρεις κάτσε, εδώ χρειάζεται και κράτηση.
Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε τη σελίδα, θα υποθέσουμε πως είστε ικανοποιημένοι με αυτό.
Ο παλιός ‘’Πλάτανος’’ για λόγους άσχετους με τα γραπτά που μένουν, έκλεισε και στη θέση του άνοιξε ο ‘’Μπουμπούκος’’.
Και τι εστί ‘’Μπουμπούκος’’;
Ο ορισμός του παραδοσιακού τσιπουράδικου. Ωραίο πέτρινο κτίσμα, πλάτανος για παχιά καλοκαιρινή σκιά, μεζέδες πέραν του δέοντος σε ποσότητα, εξαιρετικοί και φρέσκοι σε ποιότητα. Αντιγράφω τα γενικά για όσους δεν διάβασαν την κριτική του ‘’Πλάτανου’’.
Στην πάνω πλευρά των Παλιών και λίγο πιο κάτω και δεξιά από τον Ι.Ν. Αγίων Θεοδώρων (εκκλησιάζεσαι και μετά πας για τσίπουρα) άνοιξε ο ‘’Μπουμπούκος’’ στη θέση του ‘’Πλάτανου’’, με την κουζίνα να την έχει αναλάβει γνώστης των τσιπουρομεζέδων με θητεία σε διάφορα παρόμοια μαγαζιά της πόλης.
Άρα η επιτυχία δεδομένη.
Το στήσιμο του χώρου φινετσάτο. Πετρόχτιστο μαγαζί με τα κλασσικά μεγάλα παραθυρόφυλλα άλλης εποχής, minimal φωτιστικά, ωραία διακόσμηση και ανοιχτή κουζίνα με μεγάλο stand μπροστά, παραπέμπει σε μεζεδοπωλείο Βορείων προαστίων της πρωτεύουσας. Άνετα στέκεται εκεί και χαλαρά κερδίζει σημαντικό μερίδιο της κίνησης.
Το χύμα του τσίπουρο, φέρνεται από Τύρναβο (Fly man) από παραγωγό που έχει εύγευστο λευκό χύμα κρασί και είναι φρουτώδες με ελαφρά όξινη επίγευση και γλυκόπιοτο. Στο χέρι σας τι θα διαλέξετε.
Τα συνοδευτικά είναι για να χορτάσει όλος ο Λόχος του Κώστα Πρέκα στην επική ταινία ‘’ΟΧΙ’’ και αφού παραδώσει τα οχυρά στους κατακτητές Γερμανούς να ταΐσει και αυτούς που θα μείνουν για φύλαξη.
Μαστορικά φτιαγμένα λοιπόν, σε μαγαζί που γέμισε χαλαρά καθημερινή από λογής λογής Βολιώτες-τισες από 18 έως 78 years old, απολαύσαμε στον έξω χώρο και πήραμε και πακέτο(!!!) τα κάτωθι!
Γαύρο φουρνιστό όπως τον έκανε η μάνα τα χρόνια που δεν έτρωγα ψάρι και δεχόμουνα bulling και τον απολάμβανα μεγάλος –βγάζω καπέλο- όπως και για τη σαρδέλα με τα λεμονάτα χόρτα, γόνο καλαμάρι να τρώει η μάνα –και είχε πολλές την ώρα που πήγαμε- και στο παιδί να η δίνει, ξιδάτη πιπεριά όπως την κάνω εγώ στη σχάρα οπότε δεν χρειάζεται να πω αν ήταν καλή, τουρσί με παστά, τα παστά ετοιματζίδικα αλλά φάνηκε το έξτρα της κουζίνας διότι το τουρσί ήταν του μαγαζιού – απίθανη η μελιτζάνα-, χταπόδι σχαράτο εξαιρετικό με λάχανο και πιπεριά, ψαράκι (σκουμπρί) γυμνό μόνο με πιπεριά και λάδι, απόλαυση, γαριδούλες κλασσική κίνηση, χέρι, στόμα, next, slices από σουπιά στα κάρβουνα ωραία η γεύση και η επίγευση, tapas με ντομάτα και ροκφόρ κλασικό στον Βόλο αλλά όχι απαραίτητο μπορούσε να λείψει από το τραπέζι.
Τα τελευταία τσίπουρα και μπύρες – lager Βολιώτισσα must taste– ήταν άνευ μεζέ γιατί είχαμε σκάσει.
Κέρασμα στο τέλος κουρκουμπίνι αγαπημένο.Κάτι καλό έχει ξεκινήσει στα Παλιά του Βόλου, με προοπτική και πολλά υποσχόμενο.
Απ’ ό,τι διαπίστωσα υπάρχει όρεξη και μεράκι οπότε άνετα μπορεί να γίνει talk of the town και να ανεβάσει επίπεδο και τα πιάτα του.
Δοκιμάστε το κάνοντας κράτηση, διότι πέρα από τα κλασσικά κατεστημένα Βολιώτικα τσιπουράδικα όπου βρεις κάτσε, εδώ χρειάζεται και κράτηση.