Τι θα λέγατε για μια εκδρομή στην Αίγινα; Ούτε μιάμιση ώρα από την Αθήνα, η πρωτεύουσα του Αργοσαρωνικού προσφέρει στους εκδρομείς του Σαββατοκύριακου ό,τι ζητά η καρδιά τους. Σαν γνήσιος Παρθένος είχα προετοιμαστεί κατάλληλα. Έτσι απολαύσαμε το πρωινό μπανάκι στο Κλήμα, όπου το ομώνυμο beach bar ικανοποιεί και τους πλέον απαιτητικούς, όπως και το απογευματινό καφεδάκι στην επίσης χωρίς ψεγάδι REMVI, πάνω στην παραλιακή λεωφόρο. Μέχρι εδώ όλα καλά.
Για το μεσημεριανό γεύμα είχα επιλέξει τον πολυδιαφημισμένο ΝΩΝΤΑ στην Πέρδικα, παραδοσιακό ψαροεστιατόριο (ως ταβέρνα δεν θα το χαρακτήριζα), με ζωή από το 1937 παρακαλώ, στην είσοδο της γνωστής Πέρδικας. Το παρκάρισμα μια μικρή Οδύσσεια για τους μη γνωρίζοντες τα κατατόπια, όμως, όταν φτάσαμε επιτέλους στον προορισμό μας, οι ελπίδες μας αναπτερώθηκαν. Ωραία θέση, με θέα στο πέλαγος υπό σκιά και art de la table που δεν περιμένεις υποχρεωτικά να συναντήσεις σε ένα ψαροχώρι. Μας βόλεψαν – δύο νοματαίους – σε ένα μεγάλο τραπέζι και σε λίγο ήρθαν οι κατάλογοι. Εκ των υστέρων διαπιστώσαμε ότι ο ΝΩΝΤΑΣ πάσχει από τη γνωστή ασθένεια της εστίασης: έλλειψη εκπαιδευμένου προσωπικού. Μόνο ένας κύριος, που προσπαθούσε να φέρει βόλτα όλα τα τραπέζια, δικαούται το χαρακτηρισμό «επαγγελματίας σερβιτόρος». Οι υπόλοιποι, δηλαδή μια κυρία σε ρόλο επικουρικής σερβιτόρας και ένας, δύο νεαροί βοηθοί, που απλώς περιφέρονταν, συμπλήρωναν την απογοητευτική εικόνα. Έχοντας βιώσει ένα super service πριν λίγες μέρες στον PAPPU στο Περιστέρι, καταλαβαίνετε ότι προσγειωθήκαμε ανώμαλα. Τι να τα κάνω τα άνετα καθίσματα και τα σερβίτσια ΙΩΝΙΑ, όταν δεν σε ενημερώνουν για τις ελλείψεις του καταλόγου. Σάββατο μεσημέρι και ούτε κατσούλες ούτε κουτσομούρες ήταν διαθέσιμες, ενώ αντί για τις γαρίδες σαχανάκι που μας πρότειναν ήρθε τηγανιτή γαριδόψυχα, προφανώς κατεψυγμένη. Τα τέσσερα πιάτα που παραγγείλαμε τελικά, ήρθαν με διαφορά 10 έως 15 λεπτά μεταξύ τους.
Πρώτο πιάτο η ντοματοσαλάτα: ντομάτα, αγγούρι, μπόλικο χοντροκομμένο κρεμμύδι και τρεις – μετρημένες – ελιές, κάπαρη ούτε για δείγμα. Σπαρτιατική έκδοση, ενώ το ψωμί έφτασε – ζεστό, δεν μπορώ να πω – αφού τους επισημάναμε ότι το είχαν ξεχάσει. Το δεύτερο πιάτο, καλαμάρι με πέστο φυστικιού, Αίγινα γαρ, έσωσε την παράσταση. Καλομαγειρεμένο, με σαφή τοπικό χαρακτήρα, και ωραίο συνοδευτικό: τρυπητά τσιπς πατάτας. Από κοντά και η φρεσκοτηγανισμένη γαριδόψυχα, που συνοδευόταν από το γνωστό ροζουλί ντιπάκι. Το τέταρτο και τελευταίο πιάτο, αθερίνα τηγανιτή, ήταν μπόλικο, απλό και φρέσκο, όμως το περιμέναμε μάλλον στην αρχή μαζί με την σαλάτα. Λόγω της ώρας και της ζέστης περιοριστήκαμε σε νερό εμφιαλωμένο. Για επιδόρπιο μάς κέρασαν γλυκό του κουταλιού της επιλογής μας, περγαμόντο, πραγματικά σπιτικό και καλός επίλογος σε ένα γεύμα με τα πάνω και τα κάτω του, για το οποίο πληρώσαμε σκάρτα 60 ευρώ.
Στην Αίγινα θα ξαναπήγαινα ανά πάσα στιγμή με μεγάλη ευχαρίστηση, όμως μάλλον θα έδινα σε κάποιο άλλο μέρος για φαγητό μια ευκαιρία. Καλό καλοκαίρι!
Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε τη σελίδα, θα υποθέσουμε πως είστε ικανοποιημένοι με αυτό.
Τι θα λέγατε για μια εκδρομή στην Αίγινα; Ούτε μιάμιση ώρα από την Αθήνα, η πρωτεύουσα του Αργοσαρωνικού προσφέρει στους εκδρομείς του Σαββατοκύριακου ό,τι ζητά η καρδιά τους. Σαν γνήσιος Παρθένος είχα προετοιμαστεί κατάλληλα. Έτσι απολαύσαμε το πρωινό μπανάκι στο Κλήμα, όπου το ομώνυμο beach bar ικανοποιεί και τους πλέον απαιτητικούς, όπως και το απογευματινό καφεδάκι στην επίσης χωρίς ψεγάδι REMVI, πάνω στην παραλιακή λεωφόρο. Μέχρι εδώ όλα καλά.
Για το μεσημεριανό γεύμα είχα επιλέξει τον πολυδιαφημισμένο ΝΩΝΤΑ στην Πέρδικα, παραδοσιακό ψαροεστιατόριο (ως ταβέρνα δεν θα το χαρακτήριζα), με ζωή από το 1937 παρακαλώ, στην είσοδο της γνωστής Πέρδικας. Το παρκάρισμα μια μικρή Οδύσσεια για τους μη γνωρίζοντες τα κατατόπια, όμως, όταν φτάσαμε επιτέλους στον προορισμό μας, οι ελπίδες μας αναπτερώθηκαν. Ωραία θέση, με θέα στο πέλαγος υπό σκιά και art de la table που δεν περιμένεις υποχρεωτικά να συναντήσεις σε ένα ψαροχώρι. Μας βόλεψαν – δύο νοματαίους – σε ένα μεγάλο τραπέζι και σε λίγο ήρθαν οι κατάλογοι. Εκ των υστέρων διαπιστώσαμε ότι ο ΝΩΝΤΑΣ πάσχει από τη γνωστή ασθένεια της εστίασης: έλλειψη εκπαιδευμένου προσωπικού. Μόνο ένας κύριος, που προσπαθούσε να φέρει βόλτα όλα τα τραπέζια, δικαούται το χαρακτηρισμό «επαγγελματίας σερβιτόρος». Οι υπόλοιποι, δηλαδή μια κυρία σε ρόλο επικουρικής σερβιτόρας και ένας, δύο νεαροί βοηθοί, που απλώς περιφέρονταν, συμπλήρωναν την απογοητευτική εικόνα. Έχοντας βιώσει ένα super service πριν λίγες μέρες στον PAPPU στο Περιστέρι, καταλαβαίνετε ότι προσγειωθήκαμε ανώμαλα. Τι να τα κάνω τα άνετα καθίσματα και τα σερβίτσια ΙΩΝΙΑ, όταν δεν σε ενημερώνουν για τις ελλείψεις του καταλόγου. Σάββατο μεσημέρι και ούτε κατσούλες ούτε κουτσομούρες ήταν διαθέσιμες, ενώ αντί για τις γαρίδες σαχανάκι που μας πρότειναν ήρθε τηγανιτή γαριδόψυχα, προφανώς κατεψυγμένη. Τα τέσσερα πιάτα που παραγγείλαμε τελικά, ήρθαν με διαφορά 10 έως 15 λεπτά μεταξύ τους.
Πρώτο πιάτο η ντοματοσαλάτα: ντομάτα, αγγούρι, μπόλικο χοντροκομμένο κρεμμύδι και τρεις – μετρημένες – ελιές, κάπαρη ούτε για δείγμα. Σπαρτιατική έκδοση, ενώ το ψωμί έφτασε – ζεστό, δεν μπορώ να πω – αφού τους επισημάναμε ότι το είχαν ξεχάσει. Το δεύτερο πιάτο, καλαμάρι με πέστο φυστικιού, Αίγινα γαρ, έσωσε την παράσταση. Καλομαγειρεμένο, με σαφή τοπικό χαρακτήρα, και ωραίο συνοδευτικό: τρυπητά τσιπς πατάτας. Από κοντά και η φρεσκοτηγανισμένη γαριδόψυχα, που συνοδευόταν από το γνωστό ροζουλί ντιπάκι. Το τέταρτο και τελευταίο πιάτο, αθερίνα τηγανιτή, ήταν μπόλικο, απλό και φρέσκο, όμως το περιμέναμε μάλλον στην αρχή μαζί με την σαλάτα. Λόγω της ώρας και της ζέστης περιοριστήκαμε σε νερό εμφιαλωμένο. Για επιδόρπιο μάς κέρασαν γλυκό του κουταλιού της επιλογής μας, περγαμόντο, πραγματικά σπιτικό και καλός επίλογος σε ένα γεύμα με τα πάνω και τα κάτω του, για το οποίο πληρώσαμε σκάρτα 60 ευρώ.
Στην Αίγινα θα ξαναπήγαινα ανά πάσα στιγμή με μεγάλη ευχαρίστηση, όμως μάλλον θα έδινα σε κάποιο άλλο μέρος για φαγητό μια ευκαιρία. Καλό καλοκαίρι!