Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. Μετά από αρκετούς μήνες αποχής ως συντάκτης κριτικών δεν χρειάστηκε παρά μια μικρή παρακίνηση από τον συναγωνιστή General, για να αναθεωρήσω τη στάση μου και να επανακάμψω με χαρά στον κύκλο των αγαπημένων κριτικογράφων του eating out.
Η αλήθεια είναι ότι στην απόφαση να επαναδραστηριοποιηθώ συνέβαλε τα μέγιστα και το αντικείμενο της σημερινής κριτικής: μια κλασσική πηλιορείτικη ταβέρνα, που όμως βρίσκεται ένα επίπεδο πάνω από τις εκατοντάδες άλλες ταβέρνες του βουνού των Κενταύρων. Η ψαροταβέρνα του Γιώργου Φάβιου βρίσκεται στη Μηλίνα, ένα όμορφο χωριό στην πλευρά του Παγασητικού, στο δεξιό άκρο του παραλιακού δρόμου όπως κοιτάς τη θάλασσα. Στη Μηλίνα θα πας όποια ώρα θέλεις για βόλτα, για μπάνιο ή για ψάρεμα, κυρίως όμως την μπλε ώρα του σούρουπου, για να απολαύσεις ένα πραγματικά εντυπωσιακό ηλιοβασίλεμα.
Τι το καλύτερο λοιπόν από το να βλέπεις τον ήλιο να δύει, ενώ μπροστά σου αναδύονται γεύσεις που πολύ δύσκολα θα περίμενες να δεις σε ένα οπτικά τουλάχιστον συνηθισμένο τσιπουροψαροταβερνάκι. Συμβουλή πρώτη: Ο Φάβιος ενδείκνυται για τετραμελείς παρέες και πάνω. Συμβουλή δεύτερη: Κρατήστε εγκαίρως τραπέζι! Συμβουλή τρίτη: Για μια φορά παρεκκλίνετε από τη γνωστή τσιπουρομεζεδοφαγία του Πηλίου και παραγγείλετε a la carte. Να έχετε υπόψη ότι οι μερίδες δεν είναι απλώς μεγάλες, είναι κυριολεκτικά τεράστιες. Εγώ και η καλή μου γυναίκα παραγγείλαμε:
– μία ασυνήθιστη σαλάτα με ποικιλία από ρόκα και λοιπές πρασινάδες, μπουκιές από καρπούζι, τριμμένη φέτα, πίκλες αγγουριού και βαλσαμικό, που σχεδόν καταφέραμε να την τελειώσουμε (σε βαθιά σαλατιέρα, 12 €)
– λιγκουϊνι με μελάνι σουπιάς, αναρίθμητα όστρακα (= μύδια, πετροσωλήνες, γυαλιστερές), γαρίδες (όχι γαριδούλες) και μια καραβίδα στην κορυφή, σε σάλτσα με φρέσκα ντοματίνια σβησμένη με άλκοολ (σε μεγάλη στενόμακρη πιατέλα, 20 €), καταφέραμε να φάμε το μισό, το υπόλοιπο σε πακέτο για το επόμενο μεσημέρι
– φιογκάκια με γαρίδες (αντί για πεσκανδρίτσα που γράφει ο κατάλογος) με ντοματίνια και φλοίδες παρμεζάνας, με μοσχολέμονο και άλκοολ (ίδια πιατέλα με τα λιγκουϊνι, 18 €), λίγο περισσότερο από το μισό φαγώθηκε επί τόπου, το υπόλοιπο σε πακέτο.
– ένα μισόκιλο χύμα ροζέ, ταιριαστό και γλυκόπιοτο (νομίζω 5 €)
Όλες οι γεύσεις πρωτότυπες και απολαυστικές, γνήσια ελληνικές. Σπιτικό και το κέρασμα στο τέλος, κάτι σαν ελαφρύς νησεστεδένιος χαλβάς με ινδοκάρυδο. Αναφέρω επίτηδες τις τιμές, για να προσθέσω ότι την επόμενη μέρα το μεσημέρι καταναλώσαμε τα υπόλοιπα, χωρίς καν να τα ζεστάνουμε, και ξαναφάγαμε το βράδυ στον Κατηγιώργη. Συνεπώς σκάρτα 60 ευρώπουλα για δύο γεύματα περιωπής δεν τα λες ακριβά. Η εξυπηρέτηση παίρνει επίσης καλό βαθμό, μολονότι η έλλειψη επαρκούς προσωπικού είναι αισθητή παντού στο Πήλιο.
Αν ποτέ σας φέρει ο δρόμος σ’ αυτή την πανέμορφη γωνιά της πατρίδας μας (ο καλός θεούλης της ας φυλάει αυτό το κατάφυτο βουνό, από τις κορφές ως τις παραλίες του), μην παραλείψετε επ’ ουδενί λόγω μια επίσκεψη στην ψαροταβέρνα του Φάβιου!
Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε τη σελίδα, θα υποθέσουμε πως είστε ικανοποιημένοι με αυτό.
Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. Μετά από αρκετούς μήνες αποχής ως συντάκτης κριτικών δεν χρειάστηκε παρά μια μικρή παρακίνηση από τον συναγωνιστή General, για να αναθεωρήσω τη στάση μου και να επανακάμψω με χαρά στον κύκλο των αγαπημένων κριτικογράφων του eating out.
Η αλήθεια είναι ότι στην απόφαση να επαναδραστηριοποιηθώ συνέβαλε τα μέγιστα και το αντικείμενο της σημερινής κριτικής: μια κλασσική πηλιορείτικη ταβέρνα, που όμως βρίσκεται ένα επίπεδο πάνω από τις εκατοντάδες άλλες ταβέρνες του βουνού των Κενταύρων. Η ψαροταβέρνα του Γιώργου Φάβιου βρίσκεται στη Μηλίνα, ένα όμορφο χωριό στην πλευρά του Παγασητικού, στο δεξιό άκρο του παραλιακού δρόμου όπως κοιτάς τη θάλασσα. Στη Μηλίνα θα πας όποια ώρα θέλεις για βόλτα, για μπάνιο ή για ψάρεμα, κυρίως όμως την μπλε ώρα του σούρουπου, για να απολαύσεις ένα πραγματικά εντυπωσιακό ηλιοβασίλεμα.
Τι το καλύτερο λοιπόν από το να βλέπεις τον ήλιο να δύει, ενώ μπροστά σου αναδύονται γεύσεις που πολύ δύσκολα θα περίμενες να δεις σε ένα οπτικά τουλάχιστον συνηθισμένο τσιπουροψαροταβερνάκι. Συμβουλή πρώτη: Ο Φάβιος ενδείκνυται για τετραμελείς παρέες και πάνω. Συμβουλή δεύτερη: Κρατήστε εγκαίρως τραπέζι! Συμβουλή τρίτη: Για μια φορά παρεκκλίνετε από τη γνωστή τσιπουρομεζεδοφαγία του Πηλίου και παραγγείλετε a la carte. Να έχετε υπόψη ότι οι μερίδες δεν είναι απλώς μεγάλες, είναι κυριολεκτικά τεράστιες. Εγώ και η καλή μου γυναίκα παραγγείλαμε:
– μία ασυνήθιστη σαλάτα με ποικιλία από ρόκα και λοιπές πρασινάδες, μπουκιές από καρπούζι, τριμμένη φέτα, πίκλες αγγουριού και βαλσαμικό, που σχεδόν καταφέραμε να την τελειώσουμε (σε βαθιά σαλατιέρα, 12 €)
– λιγκουϊνι με μελάνι σουπιάς, αναρίθμητα όστρακα (= μύδια, πετροσωλήνες, γυαλιστερές), γαρίδες (όχι γαριδούλες) και μια καραβίδα στην κορυφή, σε σάλτσα με φρέσκα ντοματίνια σβησμένη με άλκοολ (σε μεγάλη στενόμακρη πιατέλα, 20 €), καταφέραμε να φάμε το μισό, το υπόλοιπο σε πακέτο για το επόμενο μεσημέρι
– φιογκάκια με γαρίδες (αντί για πεσκανδρίτσα που γράφει ο κατάλογος) με ντοματίνια και φλοίδες παρμεζάνας, με μοσχολέμονο και άλκοολ (ίδια πιατέλα με τα λιγκουϊνι, 18 €), λίγο περισσότερο από το μισό φαγώθηκε επί τόπου, το υπόλοιπο σε πακέτο.
– ένα μισόκιλο χύμα ροζέ, ταιριαστό και γλυκόπιοτο (νομίζω 5 €)
Όλες οι γεύσεις πρωτότυπες και απολαυστικές, γνήσια ελληνικές. Σπιτικό και το κέρασμα στο τέλος, κάτι σαν ελαφρύς νησεστεδένιος χαλβάς με ινδοκάρυδο. Αναφέρω επίτηδες τις τιμές, για να προσθέσω ότι την επόμενη μέρα το μεσημέρι καταναλώσαμε τα υπόλοιπα, χωρίς καν να τα ζεστάνουμε, και ξαναφάγαμε το βράδυ στον Κατηγιώργη. Συνεπώς σκάρτα 60 ευρώπουλα για δύο γεύματα περιωπής δεν τα λες ακριβά. Η εξυπηρέτηση παίρνει επίσης καλό βαθμό, μολονότι η έλλειψη επαρκούς προσωπικού είναι αισθητή παντού στο Πήλιο.
Αν ποτέ σας φέρει ο δρόμος σ’ αυτή την πανέμορφη γωνιά της πατρίδας μας (ο καλός θεούλης της ας φυλάει αυτό το κατάφυτο βουνό, από τις κορφές ως τις παραλίες του), μην παραλείψετε επ’ ουδενί λόγω μια επίσκεψη στην ψαροταβέρνα του Φάβιου!