Ειλικρινά το σκέφτηκα πολύ αν πρέπει να δημοσιεύσω αυτή την κριτική, στο τέλος όμως επικράτησε το αξίωμα που ισχύει εξαρχής στο EATING OUT, ότι φιλτάτη πάντων η αλήθεια, και έτσι ας την πάρει το ποτάμι.
Η πρόταση για φαγητό στον άγνωστο σε μένα ΣΠΑΝΟ έπεσε από φίλο και συναγωνιστή από την πρώτη στιγμή σ’ αυτό το σάιτ, ο οποίος όμως, όπως μου αποκάλυψε κατόπιν εορτής, δηλαδή αφού είχαμε καθίσει στο τραπέζι μας, δεν είχε επίσης επισκεφτεί αυτή την οικογενειακή χασαποταβέρνα. Πριν κάνω την κράτηση, περισσότερο από περιέργεια, μπήκα και διάβασα τις αξιολογήσεις στην Google. Τίποτα το ανησυχητικό, οπότε φτάνοντας σ’ έναν ήσυχο δρόμο στα Κάτω Πατήσια, κοντά στη συμβολή της Λιοσίων με την Εθνική, είδα αυτό που λίγο πολύ περίμενα: ένα χώρο που δείχνει τα χρόνια του, όπως και το αφεντικό που – μπράβο του – κυκλοφορούσε διαρκώς ανάμεσα στα τραπέζια, μοιρασμένο 50-50 σε κλειστό και στεγασμένο ανοικτό χώρο, σχετικά καθαρό, με διακόσμηση επίσης από τα παλιά.
Το προσωπικό, ντυμένο ενιαία και χωρίς εξαίρεση νεαρής ηλικίας, έτρεχε – επίσης μπράβο του – ακατάπαυστα πάνω κάτω, για να τους προλάβει όλους, μια και η ταβέρνα Σάββατο βράδυ ήταν φίσκα.
Μέχρι εδώ όλα εντάξει, τα κακώς κείμενα άρχισαν στη συνέχεια:
1. Σάββατο βράδυ, 10 η ώρα, είχαν τελειώσει το κοκορέτσι και τα φρυγαδέλια (για τα οποία ξερογλυφόμουν μόλις τα είδα στον κατάλογο), και κάποια άλλα (λέγε χόρτα και κολοκυθάκια) κόντευαν, όπως καταλάβαμε αργότερα, επίσης να τελειώσουν.
Στην οργάνωση υλικού κάτω από τη βάση!
2. Ενώ την παραγγελία πήρε μια συμπαθέστατη νεαρή κοπέλα, τα πιάτα έρχονταν στο τραπέζι μας λίγο πολύ ένα ένα και κάθε φορά από διαφορετικό άνθρωπο, με αποτέλεσμα να μπερδευτούμε και να μην ξέρουμε σε ποιον να αποταθούμε, όταν θέλαμε κάτι. Ψωμί χρειάστηκε να παραγγείλουμε τρεις φορές (έφτασε με την δικαιολόγηση ότι δεν προλάβαινε η σχάρα το ψήσιμο), δεύτερο μπουκάλι νερό άλλες τόσες. Στην οργάνωση προσωπικού και σάλας επίσης κάτω από τη βάση!
3. Εισαγωγικά πήραμε μία χόρτα, που με το ζόρι την έλεγες μισή μερίδα και παραβρασμένα, μία κολοκυθάκια, επίσης κάτω από μισή σε μέγεθος από την κλασική μπαμπάτσική μερίδα που περιμένεις σε ένα τέτοιο μαγαζί, και ένα τζατζίκι, το μόνο σωστά φτιαγμένο και αξιοπρεπώς παρουσιασμένο πιάτο.
4. Στα κύρια η κατάταξη από πάνω προς τα κάτω έχει ως εξής: μπιφτέκια μοσχαρίσια εξαιρετικά, τέλεια ψημένα, με διαφορά το καλύτερο πιάτο της βραδιάς – συκώτι μοσχαρίσιο, φροντισμένο και σωστά ψημένο – παϊδάκια προβατίνας, τριάμιση κομμάτια στο μισό κιλό της παραγγελίας μας, της ώρας μεν, αλλά με αναλογία ένα τρίτο κόκκαλο, ένα τρίτο λίπος και το υπόλοιπο κρεατάκι – κοντοσούβλι χοιρινό, απαράδεκτο τόσο ως προς την παρουσίαση (σε πιάτο για μεγάλο κομμάτι τούρτας) όσο και ως προς το υλικό (πολύ κόκκαλο) και το φτιάξιμο (ούτε ίχνος ντομάτας ή/και πιπεριάς).
Το κόκκινο χύμα κρασάκι ήταν εντάξει, ενώ το επιδόρπιο κέρασμα, μιλφέιγ ταψιού, είχε μόλις βγει από το ψυγείο.
Ο λογαριασμός στα 73 ευρώ για τέσσερα άτομα μας οδήγησε στο συμπέρασμα ότι ο ΣΠΑΝΟΣ είναι κλασική ταβέρνα γειτονιάς, με πελατεία γνωστή που αρκείται στο φτηνό φαγητό.
Συνεπώς, και δεν μου αρέσει αυτό που θα πω κλείνοντας: bon pour l’ orient!
Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε τη σελίδα, θα υποθέσουμε πως είστε ικανοποιημένοι με αυτό.
Ειλικρινά το σκέφτηκα πολύ αν πρέπει να δημοσιεύσω αυτή την κριτική, στο τέλος όμως επικράτησε το αξίωμα που ισχύει εξαρχής στο EATING OUT, ότι φιλτάτη πάντων η αλήθεια, και έτσι ας την πάρει το ποτάμι.
Η πρόταση για φαγητό στον άγνωστο σε μένα ΣΠΑΝΟ έπεσε από φίλο και συναγωνιστή από την πρώτη στιγμή σ’ αυτό το σάιτ, ο οποίος όμως, όπως μου αποκάλυψε κατόπιν εορτής, δηλαδή αφού είχαμε καθίσει στο τραπέζι μας, δεν είχε επίσης επισκεφτεί αυτή την οικογενειακή χασαποταβέρνα. Πριν κάνω την κράτηση, περισσότερο από περιέργεια, μπήκα και διάβασα τις αξιολογήσεις στην Google. Τίποτα το ανησυχητικό, οπότε φτάνοντας σ’ έναν ήσυχο δρόμο στα Κάτω Πατήσια, κοντά στη συμβολή της Λιοσίων με την Εθνική, είδα αυτό που λίγο πολύ περίμενα: ένα χώρο που δείχνει τα χρόνια του, όπως και το αφεντικό που – μπράβο του – κυκλοφορούσε διαρκώς ανάμεσα στα τραπέζια, μοιρασμένο 50-50 σε κλειστό και στεγασμένο ανοικτό χώρο, σχετικά καθαρό, με διακόσμηση επίσης από τα παλιά.
Το προσωπικό, ντυμένο ενιαία και χωρίς εξαίρεση νεαρής ηλικίας, έτρεχε – επίσης μπράβο του – ακατάπαυστα πάνω κάτω, για να τους προλάβει όλους, μια και η ταβέρνα Σάββατο βράδυ ήταν φίσκα.
Μέχρι εδώ όλα εντάξει, τα κακώς κείμενα άρχισαν στη συνέχεια:
1. Σάββατο βράδυ, 10 η ώρα, είχαν τελειώσει το κοκορέτσι και τα φρυγαδέλια (για τα οποία ξερογλυφόμουν μόλις τα είδα στον κατάλογο), και κάποια άλλα (λέγε χόρτα και κολοκυθάκια) κόντευαν, όπως καταλάβαμε αργότερα, επίσης να τελειώσουν.
Στην οργάνωση υλικού κάτω από τη βάση!
2. Ενώ την παραγγελία πήρε μια συμπαθέστατη νεαρή κοπέλα, τα πιάτα έρχονταν στο τραπέζι μας λίγο πολύ ένα ένα και κάθε φορά από διαφορετικό άνθρωπο, με αποτέλεσμα να μπερδευτούμε και να μην ξέρουμε σε ποιον να αποταθούμε, όταν θέλαμε κάτι. Ψωμί χρειάστηκε να παραγγείλουμε τρεις φορές (έφτασε με την δικαιολόγηση ότι δεν προλάβαινε η σχάρα το ψήσιμο), δεύτερο μπουκάλι νερό άλλες τόσες. Στην οργάνωση προσωπικού και σάλας επίσης κάτω από τη βάση!
3. Εισαγωγικά πήραμε μία χόρτα, που με το ζόρι την έλεγες μισή μερίδα και παραβρασμένα, μία κολοκυθάκια, επίσης κάτω από μισή σε μέγεθος από την κλασική μπαμπάτσική μερίδα που περιμένεις σε ένα τέτοιο μαγαζί, και ένα τζατζίκι, το μόνο σωστά φτιαγμένο και αξιοπρεπώς παρουσιασμένο πιάτο.
4. Στα κύρια η κατάταξη από πάνω προς τα κάτω έχει ως εξής: μπιφτέκια μοσχαρίσια εξαιρετικά, τέλεια ψημένα, με διαφορά το καλύτερο πιάτο της βραδιάς – συκώτι μοσχαρίσιο, φροντισμένο και σωστά ψημένο – παϊδάκια προβατίνας, τριάμιση κομμάτια στο μισό κιλό της παραγγελίας μας, της ώρας μεν, αλλά με αναλογία ένα τρίτο κόκκαλο, ένα τρίτο λίπος και το υπόλοιπο κρεατάκι – κοντοσούβλι χοιρινό, απαράδεκτο τόσο ως προς την παρουσίαση (σε πιάτο για μεγάλο κομμάτι τούρτας) όσο και ως προς το υλικό (πολύ κόκκαλο) και το φτιάξιμο (ούτε ίχνος ντομάτας ή/και πιπεριάς).
Το κόκκινο χύμα κρασάκι ήταν εντάξει, ενώ το επιδόρπιο κέρασμα, μιλφέιγ ταψιού, είχε μόλις βγει από το ψυγείο.
Ο λογαριασμός στα 73 ευρώ για τέσσερα άτομα μας οδήγησε στο συμπέρασμα ότι ο ΣΠΑΝΟΣ είναι κλασική ταβέρνα γειτονιάς, με πελατεία γνωστή που αρκείται στο φτηνό φαγητό.
Συνεπώς, και δεν μου αρέσει αυτό που θα πω κλείνοντας: bon pour l’ orient!