Πολλές οι ιστορίες για την παρέα της Αθήνας, μια από αυτές περιλαμβάνει τον Άγιο Βλάσιο και το ‘’Μουτάκι’’. Και αν αναρωτιέστεπου είναι ο Άγιος Βλάσιος, είναι αρκετά κοντά στην πόλη του Βόλου και ναι, είναι ένα πολύ όμορφο χωριό με 3 πλατείες ο ορισμός της πλατέιας του χωριού, όμορφους χώρους εστίασης, μεγάλη έκταση και όπως έχω ξαναγράψει ‘’δρόμο παίρνω δρόμο αφήνω και ακόμα στον Άγιο Βλάσιο είμαι’’. Και αν αναρωτιέστε τι σημαίνει ‘’Μουτάκι’’ αλλά ντραπήκατε να ρωτήσετε, ρωτήσαμε εμείς για εσάς, αφού πρώτα τα στοιχήματα έδιναν και έπαιρναν και πέσαμε όλοι έξω. Απλά και κατανοητά το όνομα του ιδιοκτήτη στην υποκοριστική του μορφή!!! Αφού περάσεις λοιπόν την εκκλησία, θα βρεις την κρυμμένη πλατεία με τον γεροπλάτανο στη μέση, ως όαση στην έρημο, να αλλάζει τη θερμοκρασία του περιβάλλοντος.
Μεζεδοπωλείο αυτοαποκαλείται, εγώ θα το χαρακτήριζα μια πολύ όμορφη ταβέρνα, μιας και τα περισσότερα πιάτα προς τα εκεί οδηγούν. Ο ‘’Ηλίας’’ ο γνωστός που στην χιλιοπαιγμένη σκηνή έριξε το μπουζουξίδικο, πήγε νωρίτερα και ήδη εκθείαζε μαζί με τη συμβία του την τηγανιτή παστουρμαδόπιτα. Ο Ηλίας είναι καλοφαγάς και επειδή βρήκαμε ‘’ένα άδειο το πιάτο στο τραπέζι’’, η πρώτη κίνηση ήταν να παραγγείλουμε και δεύτερη.
Ξεκινήσαμε μαζί τα κλασσικά χύμα 50αράκια –στα χωριά τα εμφιαλωμένα τσίπουρα περιττεύουν- με νοστιμότατο γαλοτύρι το οποίο, από τη μια αυτοί που δεν το είχαν φάει, το παρομοίασαν με αλοιφωτό τυρί, από την άλλη στο χύμα γαλοτύρι που φάγαμε ξεχώριζαν τα κομμάτια φέτας.
Νάσου και τα βλήτα τα οποία περιποιήθηκε ο έτερος της παρέας ‘’Γιωωωωργος’’ αλλάζοντας το κλασσικό λεμόνι με ξύδι και δίνοντας τους μια πιο σπιρτόζικη γεύση. Μαζί τους ήρθε και η παραλλαγή του πιάτου, τα χόρτα με αυγά με τη διαφορά ότι το αυγό ήταν βραστό, όπως συνηθίζεται σε αρκετά χωριά του Πηλίου. Βέβαια θα έπρεπε ο κρόκος να είναι λιγότερο σφιχτός, έτσι ώστε να απλωθεί στα καλομαγειρεμένα χόρτα. Κεφτεδάκια τηγανητά και μπαμπάτσικα, της γιαγιάς θα συμπληρώσω, μόλις βγήκαν από το τηγάνι, έπεσαν στο τραπέζι και εξαφανίστηκαν με μία κίνηση, καλοψημένο συκώτι μερίδα για τύπους που δεν χορταίνουν, θα το προτιμήσω πιο λεπτό, γιατί όσο πιο λεπτό, τόσο καλύτερο στη γεύση, πρόβεια σουβλάκια προλάβαμε ευτυχώς και κρατήσαμε, μόλις καθίσαμε, για τα οποία είχαμε διχογνωμία, μιας και άλλα κομμάτια ήταν αρκετά σκληρά και άλλα έλιωναν στο στόμα. Σνίτσελ και πανσετάκια γευστικά και καλοψημένα, όλα με νοστιμότατες χρυσαφένιες πατάτες.
Άφησα για το τέλος τη χοιρινή σούβλα. Ο ψήστης πρέπει να ξεκινήσει σεμινάρια για να μάθουν όλοι πώς μαρινάρεται και πώς ψήνεται η σωστή σούβλα, για άλλους το κοντοσούβλι. Ζουμερό όσο δεν πάει άλλο, ψημένο στα όρια του τέλειου και μια εξαιρετική μαρινάδα –ξεχώριζε το κρεμμύδι και το ελάχιστό σκόρδο- που απογείωνε τη γεύση. Άχαστο το πιάτο.
Κάτι λείπει κάτι λείπει, μααα τι λείπει; Η παστουρμαδόπιτα, για την οποία σφάχτηκαν παλληκάρια στην ποδιά της μαγείρισσας για να έρθει στο τραπέζι μας!!! Τελικά με τα πολλά -3 προσπάθειες- καταφέραμε και την γευτήκαμε. Ο ‘’Ηλία ρίχτο’’ και η συμβία του είχαν χίλια δίκαια. Αλάδωτο αποτέλεσμα αν και στο τηγάνι, ανεπαίσθητο το βαρύ φορτίο όσφρησης του παστουρμά, δροσιά από φρέσκια ντομάτα που ανέβασε το αποτέλεσμα. Άξιζε η αναμονή. Μαζί με αρκετές μπύρες και 50αράκια πληρώσαμε ελάχιστα, δεν πιστεύαμε αυτό που έγραφε η απόδειξη.
Αν με ρωτάτε, θα σας το πω:Να πάτε στο ‘’Μουτάκι’’ οπωσδήποτε για σούβλα και παστουρμαδόπιτα, να πάτε και να μην ρωτήσετε τι σημαίνει το όνομα του μαγαζιού, αφού θα πάτε διαβασμένοι!!!
Να πάτε και να αράξετε για ώρες κάτω από τον πλάτανο, δεν το βρίσκεις εύκολα στις μέρες μας.
Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε τη σελίδα, θα υποθέσουμε πως είστε ικανοποιημένοι με αυτό.
Πολλές οι ιστορίες για την παρέα της Αθήνας, μια από αυτές περιλαμβάνει τον Άγιο Βλάσιο και το ‘’Μουτάκι’’.
Και αν αναρωτιέστε που είναι ο Άγιος Βλάσιος, είναι αρκετά κοντά στην πόλη του Βόλου και ναι, είναι ένα πολύ όμορφο χωριό με 3 πλατείες ο ορισμός της πλατέιας του χωριού, όμορφους χώρους εστίασης, μεγάλη έκταση και όπως έχω ξαναγράψει ‘’δρόμο παίρνω δρόμο αφήνω και ακόμα στον Άγιο Βλάσιο είμαι’’.
Και αν αναρωτιέστε τι σημαίνει ‘’Μουτάκι’’ αλλά ντραπήκατε να ρωτήσετε, ρωτήσαμε εμείς για εσάς, αφού πρώτα τα στοιχήματα έδιναν και έπαιρναν και πέσαμε όλοι έξω. Απλά και κατανοητά το όνομα του ιδιοκτήτη στην υποκοριστική του μορφή!!! Αφού περάσεις λοιπόν την εκκλησία, θα βρεις την κρυμμένη πλατεία με τον γεροπλάτανο στη μέση, ως όαση στην έρημο, να αλλάζει τη θερμοκρασία του περιβάλλοντος.
Μεζεδοπωλείο αυτοαποκαλείται, εγώ θα το χαρακτήριζα μια πολύ όμορφη ταβέρνα, μιας και τα περισσότερα πιάτα προς τα εκεί οδηγούν.
Ο ‘’Ηλίας’’ ο γνωστός που στην χιλιοπαιγμένη σκηνή έριξε το μπουζουξίδικο, πήγε νωρίτερα και ήδη εκθείαζε μαζί με τη συμβία του την τηγανιτή παστουρμαδόπιτα.
Ο Ηλίας είναι καλοφαγάς και επειδή βρήκαμε ‘’ένα άδειο το πιάτο στο τραπέζι’’, η πρώτη κίνηση ήταν να παραγγείλουμε και δεύτερη.
Ξεκινήσαμε μαζί τα κλασσικά χύμα 50αράκια –στα χωριά τα εμφιαλωμένα τσίπουρα περιττεύουν- με νοστιμότατο γαλοτύρι το οποίο, από τη μια αυτοί που δεν το είχαν φάει, το παρομοίασαν με αλοιφωτό τυρί, από την άλλη στο χύμα γαλοτύρι που φάγαμε ξεχώριζαν τα κομμάτια φέτας.
Νάσου και τα βλήτα τα οποία περιποιήθηκε ο έτερος της παρέας ‘’Γιωωωωργος’’ αλλάζοντας το κλασσικό λεμόνι με ξύδι και δίνοντας τους μια πιο σπιρτόζικη γεύση. Μαζί τους ήρθε και η παραλλαγή του πιάτου, τα χόρτα με αυγά με τη διαφορά ότι το αυγό ήταν βραστό, όπως συνηθίζεται σε αρκετά χωριά του Πηλίου. Βέβαια θα έπρεπε ο κρόκος να είναι λιγότερο σφιχτός, έτσι ώστε να απλωθεί στα καλομαγειρεμένα χόρτα.
Κεφτεδάκια τηγανητά και μπαμπάτσικα, της γιαγιάς θα συμπληρώσω, μόλις βγήκαν από το τηγάνι, έπεσαν στο τραπέζι και εξαφανίστηκαν με μία κίνηση, καλοψημένο συκώτι μερίδα για τύπους που δεν χορταίνουν, θα το προτιμήσω πιο λεπτό, γιατί όσο πιο λεπτό, τόσο καλύτερο στη γεύση, πρόβεια σουβλάκια προλάβαμε ευτυχώς και κρατήσαμε, μόλις καθίσαμε, για τα οποία είχαμε διχογνωμία, μιας και άλλα κομμάτια ήταν αρκετά σκληρά και άλλα έλιωναν στο στόμα.
Σνίτσελ και πανσετάκια γευστικά και καλοψημένα, όλα με νοστιμότατες χρυσαφένιες πατάτες.
Άφησα για το τέλος τη χοιρινή σούβλα. Ο ψήστης πρέπει να ξεκινήσει σεμινάρια για να μάθουν όλοι πώς μαρινάρεται και πώς ψήνεται η σωστή σούβλα, για άλλους το κοντοσούβλι. Ζουμερό όσο δεν πάει άλλο, ψημένο στα όρια του τέλειου και μια εξαιρετική μαρινάδα –ξεχώριζε το κρεμμύδι και το ελάχιστό σκόρδο- που απογείωνε τη γεύση. Άχαστο το πιάτο.
Κάτι λείπει κάτι λείπει, μααα τι λείπει; Η παστουρμαδόπιτα, για την οποία σφάχτηκαν παλληκάρια στην ποδιά της μαγείρισσας για να έρθει στο τραπέζι μας!!!
Τελικά με τα πολλά -3 προσπάθειες- καταφέραμε και την γευτήκαμε. Ο ‘’Ηλία ρίχτο’’ και η συμβία του είχαν χίλια δίκαια. Αλάδωτο αποτέλεσμα αν και στο τηγάνι, ανεπαίσθητο το βαρύ φορτίο όσφρησης του παστουρμά, δροσιά από φρέσκια ντομάτα που ανέβασε το αποτέλεσμα.
Άξιζε η αναμονή.
Μαζί με αρκετές μπύρες και 50αράκια πληρώσαμε ελάχιστα, δεν πιστεύαμε αυτό που έγραφε η απόδειξη.
Αν με ρωτάτε, θα σας το πω:Να πάτε στο ‘’Μουτάκι’’ οπωσδήποτε για σούβλα και παστουρμαδόπιτα, να πάτε και να μην ρωτήσετε τι σημαίνει το όνομα του μαγαζιού, αφού θα πάτε διαβασμένοι!!!
Να πάτε και να αράξετε για ώρες κάτω από τον πλάτανο, δεν το βρίσκεις εύκολα στις μέρες μας.