Όποτε επισκέπτομαι το Πήλιο, έχω έμπνευση για γαστροκριτικες. Το αποδίδω στο τόσο εμπνευστικό μέρος, καθώς και στο ότι γεύομαι υπέροχες νοστιμιές.
Αυτή τη φορά θα σας παρουσιάσω μια υπέροχη ταβέρνα που βρίσκεται στην άκρη ενός γραφικού, ξεχασμένου από τον χρόνο οικισμού στο νότιο Πήλιο, τις Κόττες. Η ταβέρνα είναι ο Άγγελος και η τοποθεσία της αξίζει από μόνη της μια επίσκεψη. Απομονωμένη από τον υπόλοιπο έτσι κι αλλιώς μικρό οικισμό, πάνω στη θάλασσα, τα μπροστινά της τραπεζάκια πιτσιλιζονται από το κυματακι του Παγασητικού. Όνειρο!
Η οικογένεια που το τρέχει θαυμάσια. Νιώθεις οικεία και φροντισμένα από την εξυπηρέτηση, που είναι άμεση, ευχάριστη και ευγενική. Από την κυρία που μας ετοίμασε το τραπέζι και μας έφερε τα ποτά και τον κύριο που μας πήρε παραγγελία, μέχρι το παιδί που μας έφερνε τα πιάτα μας, όλοι τους κι όλες εξαιρετικοί.
Η όρεξή μας ήταν προσανατολισμένη στο τηγάνι κι έτσι οι επιλογές μας κινήθηκαν προς αυτήν την κατεύθυνση. Αφήσαμε λοιπόν κατά μέρος τις λαχταριστες καραβίδες που βλέπαμε να απολαμβάνουν σε διπλανά τραπέζια μέσα σε πλούσιες μακαρονάδες και διαλέξαμε τα εξής:
Τα πιο γλυκά παντζάρια που έχω φάει και που μοιράστηκαν την πιατέλα με βλήτα, άλλο τόσο γλυκά και νόστιμα. Έκανα μάλιστα το σχόλιο ότι με τέτοια γλύκα που είχαν τα παντζάρια, οριακά θα έπρεπε να τα προσφέρουν αντί γλυκού στο τέλος. Εξαιρετικά.
Σπιτική ταραμοσαλάτα, την οποία, όπως ενημερωθηκαμε, φτιάχνει η μαμά/ γιαγιά της οικογένειας, σωστή σε ένταση, πλούσια σε νοστιμιά.
Κολοκυθάκια τηγανητά, τα είδα να σερβίρονται στο διπλανό τραπέζι μόλις κάτσαμε και μετά βίας συγκρατήθηκα από το να απλώσω το χέρι μου και να πάρω ένα. Αέρινα και πεντανόστιμα.
Πατάτες τηγανητές, προφανώς. Απολαυστικές, πανάλαφρες και σε γενναιόδωρη μερίδα, τις καταευχαριστηθηκαμε.
Ψαράκια. Πήγε το αγόρι μέσα και επέλεξε τέσσερα ψάρια για τηγάνι, αφού ήταν είπαμε η μέρα του τηγανητου. Ενα όνειρο, μια νοστιμιά, μια θαλασσινή φρεσκάδα. Πήραμε ένα μπαρμπουνακι που είχε απομείνει, δύο μπαλαδακια λαχταριστα και μια σκορπίνα, θαρρώ πως ήταν, και ήταν όλα τους το κάτι άλλο.
Τα συνοδεύσαμε με μπυράκια παγωμένα, ενώ στο τέλος μας πρόσφεραν καρπούζι ολοταίριαστο.
Γι’ αυτό το ονειρεμένο γεύμα πληρώσαμε 44€ συνολικά.
Τι να σας πω, αν βρεθείτε προς το νότιο Πήλιο, αξίζει τον κόπο ακόμα και να βγείτε και από τον δρόμο σας και να πάτε στον Άγγελο. Θα αφήσετε το αυτοκίνητο εκεί στο λιμανάκι ή ίσως να το ανεβάσετε και λίγο παραπάνω, στον χωματόδρομο. Θα περπατήσετε λίγα μέτρα για να φτάσετε σε αυτό το υπέροχο μέρος και ας αφεθειτε στις απολαύσεις που γενναιόδωρα θα σας προσφέρει.
Υπόθεση εργασίας: Κυριακή μεσημέρι, τηλέφωνο από την παρέα: «Είστε για ψαράκι στη Χαλκίδα;» Το πιθανότερο είναι ότι δεν θα σας τρομάξουν τα 75 χιλιόμετρα της απόστασης προκειμένου να απολαύσετε ωραίους ψαρομαζέδες δίπλα στη γέφυρα του Ευρίπου. Αλλαγή σκηνικού: Ξεκινάτε με την παρέα σας από το Βόλο, παίρνετε στην αρχή τον παραλιακό, ανηφορίζετε κατόπιν υποχρεωτικά προς Αργαλαστή, επιστρέφετε δίπλα στη θάλασσα στο Χόρτο, συνεχίζετε απτόητοι την πορεία προς νότο και, λίγο πριν φθάσετε στο Τρίκερι, βλέπετε μια πινακίδα με το παράξενο όνομα «Κόττες» – όχι «Κότες» – που σας διώχνει δεξιά. Έχετε κάνει ήδη 73 χιλιόμετρα, τι ψυχή έχουν τα 2 χιλιομετράκια που απομένουν; Οι Κόττες αποδεικνύονται οικισμός με ένα μικρό λιμανάκι μάλλον παρά χωριουδάκι. Στο τέλος του δρόμου παρκάρετε και ακολουθείτε τον αρχηγό σε ένα χωματόδρομο, ενώ έχουν αρχίσει να σας ζώνουν τα φίδια. Η χώρα μας όμως πάντα επιφυλλάσσει αναπάντεχες εκπλήξεις, αυτή τη φορά στη μορφή μιας ψαροταβέρνας που ξεπροβάλλει ξαφνικά μπροστά σας. Ο ΑΓΓΕΛΟΣ σας περιμένει με τα τραπέζια του κυριολεκτικά πάνω στη θάλασσα. Τα πάντα φροντισμένα και καθαρά. Η πελατεία επισκέπτες σαν εσάς, αλλά και γνώστες που έφθασαν όχι οδικώς αλλά με κάποιο σκάφος. Από εδώ και πέρα αρχίζει η απόλαυση.
Ο ΑΓΓΕΛΟΣ είναι μια από τις πιο αυθεντικές ψαροταβέρνες που έχω συναντήσει στη ζωή μου. Ο ιδρυτής Άγγελος δεν ζει πια, η επιχείρηση έχει παραμείνει ωστόσο οικογενειακή υπόθεση. Η μητέρα διευθύνει την κουζίνα και ο γιος περιποιείται τους πεινασμένους ψαροφαγάδες, που αφήνουν το βλέμμα να χαζεύει τα νερά του Παγασητικού και την ψυχή να ηρεμεί. Η παραγγελία δεν αργεί να δοθεί, τίποτα πιο εύκολο σ’ ένα μέρος σαν αυτό. Εμείς οι δύο ξεκινήσαμε με χειροποίητη λευκή ταραμοσαλάτα (όνειρο), χόρτα σωστά βρασμένα (πιο ζωντανά πεθαίνεις) και χταπόδι λιόκαφτο πάνω σε πολίτικη σαλάτα (δεν περιγράφω άλλο). Φρυγανισμένο ψωμάκι και – τι άλλο; – τσίπουρο. Μέχρι να ολοκληρωθεί η ουβερτούρα, να σου και το κυρίως πιάτο: δύο μπακαλιαράκια με σκορδαλιά βεβαίως βεβαίως. Αριστοτεχνικά τηγανισμένα τα ψάρια, τραγανά και σωστά αλατισμένα. Ένα τέλειο γεύμα που μύριζε Ελλάδα. Το μόνο που μας έλειψε ήταν ένα φρουτάκι ή γλυκάκι για το τέλος.
Ήταν η δεύτερη φορά που φάγαμε στον ΑΓΓΕΛΟ, η πρώτη επίσκεψη είχε γίνει κάποιο Πάσχα τρία (ή τέσσερα;) χρόνια πριν. Για εμάς το να βρεθούμε στο Πήλιο είναι πια συνώνυμο του να φάμε σ’ αυτή την ψαροταβέρνα, χαλάλι τα χιλιόμετρα. Ο λογαριασμός, λίγο πάνω από τα 30 ευρώ, συνέτεινε στο να πάρουμε το δρόμο της επιστροφής μ’ ένα χαμόγελο ικανοποίησης στο πρόσωπο. Αν λοιπόν σας φέρει ποτέ ο δρόμος κατά Βόλο μεριά, μη δειλιάσετε, ο ΑΓΓΕΛΟΣ, που λειτουργεί Μάιο με Οκτώβριο, θα σας αποζημιώσει πλήρως. Εξάλλου όλη η διαδρομή στο κατάφυτο βουνό των Κενταύρων είναι, παρά τις πολλές στροφές, από μόνη της ένας επιπλέον λόγος για μια αξέχαστη γαστρονομική εξόρμηση.
Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε τη σελίδα, θα υποθέσουμε πως είστε ικανοποιημένοι με αυτό.
Όποτε επισκέπτομαι το Πήλιο, έχω έμπνευση για γαστροκριτικες. Το αποδίδω στο τόσο εμπνευστικό μέρος, καθώς και στο ότι γεύομαι υπέροχες νοστιμιές.
Αυτή τη φορά θα σας παρουσιάσω μια υπέροχη ταβέρνα που βρίσκεται στην άκρη ενός γραφικού, ξεχασμένου από τον χρόνο οικισμού στο νότιο Πήλιο, τις Κόττες. Η ταβέρνα είναι ο Άγγελος και η τοποθεσία της αξίζει από μόνη της μια επίσκεψη. Απομονωμένη από τον υπόλοιπο έτσι κι αλλιώς μικρό οικισμό, πάνω στη θάλασσα, τα μπροστινά της τραπεζάκια πιτσιλιζονται από το κυματακι του Παγασητικού. Όνειρο!
Η οικογένεια που το τρέχει θαυμάσια. Νιώθεις οικεία και φροντισμένα από την εξυπηρέτηση, που είναι άμεση, ευχάριστη και ευγενική. Από την κυρία που μας ετοίμασε το τραπέζι και μας έφερε τα ποτά και τον κύριο που μας πήρε παραγγελία, μέχρι το παιδί που μας έφερνε τα πιάτα μας, όλοι τους κι όλες εξαιρετικοί.
Η όρεξή μας ήταν προσανατολισμένη στο τηγάνι κι έτσι οι επιλογές μας κινήθηκαν προς αυτήν την κατεύθυνση. Αφήσαμε λοιπόν κατά μέρος τις λαχταριστες καραβίδες που βλέπαμε να απολαμβάνουν σε διπλανά τραπέζια μέσα σε πλούσιες μακαρονάδες και διαλέξαμε τα εξής:
Τα πιο γλυκά παντζάρια που έχω φάει και που μοιράστηκαν την πιατέλα με βλήτα, άλλο τόσο γλυκά και νόστιμα. Έκανα μάλιστα το σχόλιο ότι με τέτοια γλύκα που είχαν τα παντζάρια, οριακά θα έπρεπε να τα προσφέρουν αντί γλυκού στο τέλος. Εξαιρετικά.
Σπιτική ταραμοσαλάτα, την οποία, όπως ενημερωθηκαμε, φτιάχνει η μαμά/ γιαγιά της οικογένειας, σωστή σε ένταση, πλούσια σε νοστιμιά.
Κολοκυθάκια τηγανητά, τα είδα να σερβίρονται στο διπλανό τραπέζι μόλις κάτσαμε και μετά βίας συγκρατήθηκα από το να απλώσω το χέρι μου και να πάρω ένα. Αέρινα και πεντανόστιμα.
Πατάτες τηγανητές, προφανώς. Απολαυστικές, πανάλαφρες και σε γενναιόδωρη μερίδα, τις καταευχαριστηθηκαμε.
Ψαράκια. Πήγε το αγόρι μέσα και επέλεξε τέσσερα ψάρια για τηγάνι, αφού ήταν είπαμε η μέρα του τηγανητου. Ενα όνειρο, μια νοστιμιά, μια θαλασσινή φρεσκάδα. Πήραμε ένα μπαρμπουνακι που είχε απομείνει, δύο μπαλαδακια λαχταριστα και μια σκορπίνα, θαρρώ πως ήταν, και ήταν όλα τους το κάτι άλλο.
Τα συνοδεύσαμε με μπυράκια παγωμένα, ενώ στο τέλος μας πρόσφεραν καρπούζι ολοταίριαστο.
Γι’ αυτό το ονειρεμένο γεύμα πληρώσαμε 44€ συνολικά.
Τι να σας πω, αν βρεθείτε προς το νότιο Πήλιο, αξίζει τον κόπο ακόμα και να βγείτε και από τον δρόμο σας και να πάτε στον Άγγελο. Θα αφήσετε το αυτοκίνητο εκεί στο λιμανάκι ή ίσως να το ανεβάσετε και λίγο παραπάνω, στον χωματόδρομο. Θα περπατήσετε λίγα μέτρα για να φτάσετε σε αυτό το υπέροχο μέρος και ας αφεθειτε στις απολαύσεις που γενναιόδωρα θα σας προσφέρει.
Υπόθεση εργασίας: Κυριακή μεσημέρι, τηλέφωνο από την παρέα: «Είστε για ψαράκι στη Χαλκίδα;» Το πιθανότερο είναι ότι δεν θα σας τρομάξουν τα 75 χιλιόμετρα της απόστασης προκειμένου να απολαύσετε ωραίους ψαρομαζέδες δίπλα στη γέφυρα του Ευρίπου. Αλλαγή σκηνικού: Ξεκινάτε με την παρέα σας από το Βόλο, παίρνετε στην αρχή τον παραλιακό, ανηφορίζετε κατόπιν υποχρεωτικά προς Αργαλαστή, επιστρέφετε δίπλα στη θάλασσα στο Χόρτο, συνεχίζετε απτόητοι την πορεία προς νότο και, λίγο πριν φθάσετε στο Τρίκερι, βλέπετε μια πινακίδα με το παράξενο όνομα «Κόττες» – όχι «Κότες» – που σας διώχνει δεξιά. Έχετε κάνει ήδη 73 χιλιόμετρα, τι ψυχή έχουν τα 2 χιλιομετράκια που απομένουν; Οι Κόττες αποδεικνύονται οικισμός με ένα μικρό λιμανάκι μάλλον παρά χωριουδάκι. Στο τέλος του δρόμου παρκάρετε και ακολουθείτε τον αρχηγό σε ένα χωματόδρομο, ενώ έχουν αρχίσει να σας ζώνουν τα φίδια. Η χώρα μας όμως πάντα επιφυλλάσσει αναπάντεχες εκπλήξεις, αυτή τη φορά στη μορφή μιας ψαροταβέρνας που ξεπροβάλλει ξαφνικά μπροστά σας. Ο ΑΓΓΕΛΟΣ σας περιμένει με τα τραπέζια του κυριολεκτικά πάνω στη θάλασσα. Τα πάντα φροντισμένα και καθαρά. Η πελατεία επισκέπτες σαν εσάς, αλλά και γνώστες που έφθασαν όχι οδικώς αλλά με κάποιο σκάφος. Από εδώ και πέρα αρχίζει η απόλαυση.
Ο ΑΓΓΕΛΟΣ είναι μια από τις πιο αυθεντικές ψαροταβέρνες που έχω συναντήσει στη ζωή μου. Ο ιδρυτής Άγγελος δεν ζει πια, η επιχείρηση έχει παραμείνει ωστόσο οικογενειακή υπόθεση. Η μητέρα διευθύνει την κουζίνα και ο γιος περιποιείται τους πεινασμένους ψαροφαγάδες, που αφήνουν το βλέμμα να χαζεύει τα νερά του Παγασητικού και την ψυχή να ηρεμεί. Η παραγγελία δεν αργεί να δοθεί, τίποτα πιο εύκολο σ’ ένα μέρος σαν αυτό. Εμείς οι δύο ξεκινήσαμε με χειροποίητη λευκή ταραμοσαλάτα (όνειρο), χόρτα σωστά βρασμένα (πιο ζωντανά πεθαίνεις) και χταπόδι λιόκαφτο πάνω σε πολίτικη σαλάτα (δεν περιγράφω άλλο). Φρυγανισμένο ψωμάκι και – τι άλλο; – τσίπουρο. Μέχρι να ολοκληρωθεί η ουβερτούρα, να σου και το κυρίως πιάτο: δύο μπακαλιαράκια με σκορδαλιά βεβαίως βεβαίως. Αριστοτεχνικά τηγανισμένα τα ψάρια, τραγανά και σωστά αλατισμένα. Ένα τέλειο γεύμα που μύριζε Ελλάδα. Το μόνο που μας έλειψε ήταν ένα φρουτάκι ή γλυκάκι για το τέλος.
Ήταν η δεύτερη φορά που φάγαμε στον ΑΓΓΕΛΟ, η πρώτη επίσκεψη είχε γίνει κάποιο Πάσχα τρία (ή τέσσερα;) χρόνια πριν. Για εμάς το να βρεθούμε στο Πήλιο είναι πια συνώνυμο του να φάμε σ’ αυτή την ψαροταβέρνα, χαλάλι τα χιλιόμετρα. Ο λογαριασμός, λίγο πάνω από τα 30 ευρώ, συνέτεινε στο να πάρουμε το δρόμο της επιστροφής μ’ ένα χαμόγελο ικανοποίησης στο πρόσωπο. Αν λοιπόν σας φέρει ποτέ ο δρόμος κατά Βόλο μεριά, μη δειλιάσετε, ο ΑΓΓΕΛΟΣ, που λειτουργεί Μάιο με Οκτώβριο, θα σας αποζημιώσει πλήρως. Εξάλλου όλη η διαδρομή στο κατάφυτο βουνό των Κενταύρων είναι, παρά τις πολλές στροφές, από μόνη της ένας επιπλέον λόγος για μια αξέχαστη γαστρονομική εξόρμηση.