Πρώτη ημέρα των μίνι διακοπών στα Μετέωρα και αφού ταξιδέψαμε 4 ώρες, γλιτώνοντας τα μπλόκα των αγροτών, αφήνουμε τα πράγματα μας στο ξενοδοχείο. Κάνουμε την πρώτη επίσκεψή μας στην πόλη της Καλαμπάκας και όπως είναι φυσικό, θέλουμε να κλείσουμε την ημέρα μας με ένα καλό δείπνο. Παρατηρούμε τις επιλογές που είναι μπροστά μας χωρίς να μείνουμε πολύ ικανοποιημένοι και εναποθέτουμε τις ελπίδες μας στο ίντερνετ μπας και υπάρχει κάτι καλύτερο. Βρίσκουμε τη νουμέρο 1 επιλογή στο TripAdvisor και κάνουμε τηλεφώνημα, με την ελπίδα να μην είναι κλειστό όπως αναγράφεται στο ωράριο λειτουργίας του.
Και ναι! Ήταν ανοικτό, γιατί την περίοδο των εορτών διευρύνει το ωράριο λειτουργίας του. Ο Κήπος του Ηλία λοιπόν!
Λειτουργεί για περισσότερο από 30 χρόνια, η σελίδα του στα social media είναι σχεδόν ανύπαρκτη, γιατί όπως μας ανέφεραν οι κύριοι που μας υποδέχθηκαν τους είναι αρκετές οι κριτικές του TripAdvisor και δεν χρειάζεται να πιέσουν περισσότερο την κουζίνα τους, ώστε να μειώσουν την ποιότητα των υπηρεσιών τους.
Αφού οδηγήσαμε προς την έξοδο (ή είσοδο της πόλης, αναλόγως πως το βλέπει κάποιος), παρκάραμε πολύ εύκολα έξω από το μαγαζί. Ένα μαγαζί που όταν υπάρχουν καλές καιρικές συνθήκες έχει εξωτερικό χώρο που μοιάζει με αυλή και παρά το ότι είναι σε κεντρικό δρόμο, δεν θα σε προβληματίσει. Ο εσωτερικός χώρος, όπου και δειπνήσαμε, είναι αρκετά ζεστός. Το ξύλο κυριαρχεί στον χώρο, όπως και οι φωτογραφίες διασήμων που έχουν επισκεφθεί κατά καιρούς την επιχείρησή.
Αφού καθίσαμε όπου θέλαμε, μιας και υπήρξαν μόλις άλλες 2-3 παρέες εκείνη την ώρα, λάβαμε το μενού. Να σημειώσουμε εδώ πως κατά κύριο λόγο τις μεσημεριανές ώρες υπάρχει πληρότητα από θαμώνες.
Για αρχή, μέχρι να επιλέξουμε τα πιάτα, ζητήσαμε μπουκάλι με εμφιαλωμένο νερό (1 λίτρο / 2 ευρώ) και μια παγωμένη μπύρα Βεργίνα weiss (500 ml / 6 ευρώ). Αν θέλετε την άποψη μας, μάλλον τσιμπημένη τιμή για την κατηγορία του και για τη συγκεκριμένη ετικέτα.
Ξεκινήσαμε με μπουγιουρντί για να ζεσταθούμε λίγο περισσότερο, στα 8 ευρώ. Ερωτηθήκαμε για το πόσο καυτερό να είναι, τελικώς δοκιμάσαμε το μετρίως καυτερό, μας ικανοποίησε με διακριτή τη ντομάτα και το (αρκετό) τυρί φέτα. Τίποτα συγκλονιστικό δεν περιμέναμε, ήταν όμως ό,τι πρέπει για να ξεκινήσουμε και γιατί όχι, να χρησιμοποιήσουμε και το φρυγανισμένο ψωμί που συνοδευόταν από 2 ντιπάκια. Ενός λευκού χρώματος γιαουρτοτυρένιας γεύσης κι ενός χρώματος παντζαρί με την ανάλογη γεύση. Η σύζυγος νόμιζε ότι ήταν πικάντικο, αντιθέτως ήταν αρκετά δροσερό. Να αναφέρω και τις ελιές Καλαμών που ήταν σε ένα τρίτο μπολάκι (2 ευρώ).
Συνεχίσαμε με κολοκυθοκεφτέδες, στα 8 ευρώ. Αρκετά ζυμαρένιοι, όχι κάτι ιδιαίτερο γευστικά που μένει αξέχαστο στη μνήμη, με πράσο στη γέμιση τους. Συνοδεύονταν από ντιπ γιαουρτιού με άνηθο. Και περνάμε στα κυρίως πιάτα.
Μπριζολάκια μαύρου χοίρου, στα 18 ευρώ. Αυτό το πιάτο μας το πρότειναν κατά την είσοδό μας στο μαγαζί προηγούμενοι πελάτες που αποχωρούσαν, όπως και το επόμενο που θα ακολουθήσει. Νόστιμα και ζουμερά, κάποια από αυτά είχαν μικρά κοκκαλάκια αλλά σε γενικές γραμμές άρεσαν. Συνοδεύονταν από χεράτες πατάτες τηγανιτές και μπολάκι μπάρμπεκιου σος.
Τελευταίο πιάτο ήταν από την κατηγορία των τοπικών ζυμαρικών και πιο συγκεκριμένα από χυλοπίτες. Μακαρονάδα άγριων μανιταριών, στα 19 ευρώ. Τσουχτερή τιμή, αλλά … περιέχει πληθώρα άγριων μανιταριών (βωλίτης, καισαρικός, λεντινούλα, κανθαρέλα). Προσθέστε τη γκρεμολάτα που έδινε ευχάριστη όξινη γεύση, το αρωματικό λάδι τρούφας για να μοσχομυρίζει περισσότερο αλλά και την κρέμα γάλακτος με το κεφαλοτύρι, ώστε να χορτάσουν μάτι και στομάχι. Το ζυμαρικό ήταν ακριβώς όσο έπρεπε βρασμένο χωρίς να λασπώσει. Αρκετά εύγευστο αποτέλεσμα.
Στο τέλος μας κέρασαν ένα πιάτο με 2 μικρά κομμάτια καρυδόπιτα και παγωτό βανίλια, για να αλλάξει η γεύση και να κλείσουμε τη βραδιά μας. Με επιφύλαξη αναφέρουμε πως ίσως μας κέρασαν και μαστίχα.
Συνολικές εντυπώσεις: Μαγαζί με καλές πρώτες ύλες, μικρό μενού, ώστε να το υποστηρίζει όσο καλύτερα μπορεί, τιμολόγηση που θα μπορούσε να είναι χαμηλότερη αν λάβουμε υπόψη τον χώρο, όχι όμως και τον τόπο που λόγω εορτών είχε αρκετούς επισκέπτες. Αυτό ισχύει όμως για τις περισσότερες επιχειρήσεις της περιοχής και όχι μόνο για τη συγκεκριμένη της κριτικής!
Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε τη σελίδα, θα υποθέσουμε πως είστε ικανοποιημένοι με αυτό.
Πρώτη ημέρα των μίνι διακοπών στα Μετέωρα και αφού ταξιδέψαμε 4 ώρες, γλιτώνοντας τα μπλόκα των αγροτών, αφήνουμε τα πράγματα μας στο ξενοδοχείο. Κάνουμε την πρώτη επίσκεψή μας στην πόλη της Καλαμπάκας και όπως είναι φυσικό, θέλουμε να κλείσουμε την ημέρα μας με ένα καλό δείπνο. Παρατηρούμε τις επιλογές που είναι μπροστά μας χωρίς να μείνουμε πολύ ικανοποιημένοι και εναποθέτουμε τις ελπίδες μας στο ίντερνετ μπας και υπάρχει κάτι καλύτερο. Βρίσκουμε τη νουμέρο 1 επιλογή στο TripAdvisor και κάνουμε τηλεφώνημα, με την ελπίδα να μην είναι κλειστό όπως αναγράφεται στο ωράριο λειτουργίας του.
Και ναι! Ήταν ανοικτό, γιατί την περίοδο των εορτών διευρύνει το ωράριο λειτουργίας του. Ο Κήπος του Ηλία λοιπόν!
Λειτουργεί για περισσότερο από 30 χρόνια, η σελίδα του στα social media είναι σχεδόν ανύπαρκτη, γιατί όπως μας ανέφεραν οι κύριοι που μας υποδέχθηκαν τους είναι αρκετές οι κριτικές του TripAdvisor και δεν χρειάζεται να πιέσουν περισσότερο την κουζίνα τους, ώστε να μειώσουν την ποιότητα των υπηρεσιών τους.
Αφού οδηγήσαμε προς την έξοδο (ή είσοδο της πόλης, αναλόγως πως το βλέπει κάποιος), παρκάραμε πολύ εύκολα έξω από το μαγαζί. Ένα μαγαζί που όταν υπάρχουν καλές καιρικές συνθήκες έχει εξωτερικό χώρο που μοιάζει με αυλή και παρά το ότι είναι σε κεντρικό δρόμο, δεν θα σε προβληματίσει. Ο εσωτερικός χώρος, όπου και δειπνήσαμε, είναι αρκετά ζεστός. Το ξύλο κυριαρχεί στον χώρο, όπως και οι φωτογραφίες διασήμων που έχουν επισκεφθεί κατά καιρούς την επιχείρησή.
Αφού καθίσαμε όπου θέλαμε, μιας και υπήρξαν μόλις άλλες 2-3 παρέες εκείνη την ώρα, λάβαμε το μενού. Να σημειώσουμε εδώ πως κατά κύριο λόγο τις μεσημεριανές ώρες υπάρχει πληρότητα από θαμώνες.
Για αρχή, μέχρι να επιλέξουμε τα πιάτα, ζητήσαμε μπουκάλι με εμφιαλωμένο νερό (1 λίτρο / 2 ευρώ) και μια παγωμένη μπύρα Βεργίνα weiss (500 ml / 6 ευρώ). Αν θέλετε την άποψη μας, μάλλον τσιμπημένη τιμή για την κατηγορία του και για τη συγκεκριμένη ετικέτα.
Ξεκινήσαμε με μπουγιουρντί για να ζεσταθούμε λίγο περισσότερο, στα 8 ευρώ. Ερωτηθήκαμε για το πόσο καυτερό να είναι, τελικώς δοκιμάσαμε το μετρίως καυτερό, μας ικανοποίησε με διακριτή τη ντομάτα και το (αρκετό) τυρί φέτα. Τίποτα συγκλονιστικό δεν περιμέναμε, ήταν όμως ό,τι πρέπει για να ξεκινήσουμε και γιατί όχι, να χρησιμοποιήσουμε και το φρυγανισμένο ψωμί που συνοδευόταν από 2 ντιπάκια. Ενός λευκού χρώματος γιαουρτοτυρένιας γεύσης κι ενός χρώματος παντζαρί με την ανάλογη γεύση. Η σύζυγος νόμιζε ότι ήταν πικάντικο, αντιθέτως ήταν αρκετά δροσερό. Να αναφέρω και τις ελιές Καλαμών που ήταν σε ένα τρίτο μπολάκι (2 ευρώ).
Συνεχίσαμε με κολοκυθοκεφτέδες, στα 8 ευρώ. Αρκετά ζυμαρένιοι, όχι κάτι ιδιαίτερο γευστικά που μένει αξέχαστο στη μνήμη, με πράσο στη γέμιση τους. Συνοδεύονταν από ντιπ γιαουρτιού με άνηθο. Και περνάμε στα κυρίως πιάτα.
Μπριζολάκια μαύρου χοίρου, στα 18 ευρώ. Αυτό το πιάτο μας το πρότειναν κατά την είσοδό μας στο μαγαζί προηγούμενοι πελάτες που αποχωρούσαν, όπως και το επόμενο που θα ακολουθήσει. Νόστιμα και ζουμερά, κάποια από αυτά είχαν μικρά κοκκαλάκια αλλά σε γενικές γραμμές άρεσαν. Συνοδεύονταν από χεράτες πατάτες τηγανιτές και μπολάκι μπάρμπεκιου σος.
Τελευταίο πιάτο ήταν από την κατηγορία των τοπικών ζυμαρικών και πιο συγκεκριμένα από χυλοπίτες. Μακαρονάδα άγριων μανιταριών, στα 19 ευρώ. Τσουχτερή τιμή, αλλά … περιέχει πληθώρα άγριων μανιταριών (βωλίτης, καισαρικός, λεντινούλα, κανθαρέλα). Προσθέστε τη γκρεμολάτα που έδινε ευχάριστη όξινη γεύση, το αρωματικό λάδι τρούφας για να μοσχομυρίζει περισσότερο αλλά και την κρέμα γάλακτος με το κεφαλοτύρι, ώστε να χορτάσουν μάτι και στομάχι. Το ζυμαρικό ήταν ακριβώς όσο έπρεπε βρασμένο χωρίς να λασπώσει. Αρκετά εύγευστο αποτέλεσμα.
Στο τέλος μας κέρασαν ένα πιάτο με 2 μικρά κομμάτια καρυδόπιτα και παγωτό βανίλια, για να αλλάξει η γεύση και να κλείσουμε τη βραδιά μας. Με επιφύλαξη αναφέρουμε πως ίσως μας κέρασαν και μαστίχα.
Συνολικές εντυπώσεις: Μαγαζί με καλές πρώτες ύλες, μικρό μενού, ώστε να το υποστηρίζει όσο καλύτερα μπορεί, τιμολόγηση που θα μπορούσε να είναι χαμηλότερη αν λάβουμε υπόψη τον χώρο, όχι όμως και τον τόπο που λόγω εορτών είχε αρκετούς επισκέπτες. Αυτό ισχύει όμως για τις περισσότερες επιχειρήσεις της περιοχής και όχι μόνο για τη συγκεκριμένη της κριτικής!