Στον ‘’Φοιτητή’’ με πήγαν. Και ήταν τέτοια η επιμονή της παρέας, ναι της γνωστής παρέας, που έκοψα τούρτα γιατί γιόρταζα και ξεκουβαλήθηκα στο Ψυχικό. To νέο.
Ευτυχώς δεν είδαμε τον Γιαννάκη, διότι όπως έμαθα μιλάει πολύ!!!
Φάγαμε του σκασμού διότι, ο Παναγιώτης όχι από το Κάιρο αλλά από την Χίο ή την Κρήτη μπορεί και την Αθήνα, πολλές πόλεις ερίζουν για την καταγωγή του, ζητούσε συνέχεια νέα πιάτα, ο Βολιώτης πρώην Χαλανδριώτης με τον Χαλανδρίωτη σιγοντάριζαν και ο τελευταίος Καππαδόκης με την κάβα έτρωγε ασταμάτητα.
Εννοείται δεν διανοήθηκα να ζητήσω ημίγλυκο γιατί θα με έσφαζαν στο γόνατο, οπότε έπινα σιγά σιγά –έκλεβα κιόλας για να μη μεθύσω- ένα εξαιρετικό βελούδινο απόσταγμα από Καρδίτσα που ακούει στο όνομα Loco Docko.
To service αρκετά καλό, με γνώσεις και καλό marketing αφού ευγενικά
προσπάθησε να μας βάλει στο mood του ψαριού, αλλά εμείς ήμασταν φτιαγμένο για τα εξαιρετικά θαλασσινά που διαθέτει το μαγαζί.
Ο μέσα χώρος όμορφα διακοσμημένος με νησιώτικη πραμάτεια, εμείς καθίσαμε
χαλαρά και ευρύχωρα στην πλατεία.
Tο τσίπουρο έρρεε άφθονο (3Χ 200 ml), το σβήσιμο έγινε καθαρά και βολιώτικα με μπύρα lager (4Χ), οι δε μεζέδες θα αναφερθούν ανακατεμένοι μιας και ήταν αρκετοί.
Ξεκινάω με το άσχετο του τραπεζιού:
Πατάτες τηγανιτές, χρυσαφένιες και τραγανές, δεν πρόλαβαν να καθίσουν στο τραπέζι φαγώθηκαν εν ριπή οφθαλμού όλες με το χέρι. Πήραμε και δεύτερο πιάτο, το οποίο δεν ήταν σαν το πρώτο προφανώς βγήκε νωρίτερα από το τηγάνι, οπότε για να μας μείνει η πρώτη αίσθηση στον ουρανίσκο πήραμε και 3η μερίδα που ήταν απίθανη και μαμαδίστικη.
Η μάχη συνεχίστηκε με τα κολοκυθάκια κομμένα chips και αυτά με το χέρι,
ελάχιστο λάδι, ανάλαφρο κουρκούτι, λίγο τζατζίκι συνοδευτικό δεν θα με πείραζε.
Ρεγγοσαλάτα άλλο επίπεδο γεύσης, είχε δίκιο η παρέα που την είχε δοκιμάσει και επέμενε, φτιαγμένη στο χέρι, με το σωστό κρεμμυδάκι και τον άνηθο, δεν άφηνε καθόλου την έντονη μυρωδιά της να επηρεάσει τη νοστιμιά του πιάτου.
Χταπόδια σε 2 παρασκευές, το ένα καλύτερο από το άλλο το κλασσικό
μαριναρισμένο με τη ρίγανη και τα όξινα του συστατικά και σε ψητές μπουκίτσες που ήταν τόσο μαλακό και λαδοριγανάτο λες και έτρωγες κρέας.
Αλμυρίκια γιατί είμαστε και της υγιεινής διατροφής και επιζητούσαμε τη δροσιά τους και γαύρο μαρινάτο που για να σου δώσει τα αρώματα του, όπως είπε ο Βολιώτης, ήθελε διαφορετικό μαρινάρισμα. Εγώ πάντως το ευχαριστήθηκα, έτσι το έκανε ο
αείμνηστος πατέρας μου στο μαγαζί μας στο νησί.
Γαρίδες σαγανάκι, μόνο με φέτα και ντομάτα, πλούσιο πιάτο σε γαρίδα για πολλές βούτες οπότε το πανέρι ξαναγέμισε φρυγανισμένο ψωμί γιατί ως γνωστόν η σάλτσα είναι το καλύτερο.
Σαγανάκι σε μπουκιές, όπως είπε και ο σερβιτόρος ‘’για να μην μαλώνετε ποιος θα κόψει και θα φάει το περισσότερο’’, αρκετά νόστιμο, χωρίς να χάσει το τυρί τηνυγρασία και τη νοστιμιά του, άσχετο πιάτο παντζάρια με μια γαβάθα απαλή – ευτυχώς – σκορδαλιά που ήθελε ο Χιώτης και την κατανάλωσε σχεδόν μόνος του και ποικιλία από αλίπαστα (σαρδέλα, τσίρος, μπακαλιάρος) με ψιλοκομμένο κρεμμύδι, όχι κάτι ιδιαίτερο που απλά φαγώθηκε.
Κλείσαμε με νόστιμο, σωστά αρτυμένο, φρέσκο, ψητό καλαμάρι και μπουκίτσες
καραβιδόψυχας με 80’s cocktail sauce που δεν πρέπει να λείπει από καμία
παραγγελία.
Στο τέλος κέρασμα ωραίο νόστιμο γλυκάκι, απλά γιατί δεν μπορούσε το στομάχι μας να χωρέσει τα γλυκά που μας πρότεινε ο εξαιρετικός σερβιτόρος στα πλαίσια του
marketing.
Όπως διαβάζω σε άλλη κριτική ο ‘’Φοιτητής’’, σίγουρα δεν έχει τιμές για φοιτητές,
Θα πληρώναμε σίγουρα λιγότερα στο νησί του, όπως είπε ο Χιώτης και πολύ λιγότερα στον Βόλο, δίοτι όλα θα ήταν συνοδευτικά του τσίπουρου όπως είπε ο Βολιώτης, αλλά, φάγαμε φρέσκιες και νόστιμες γεύσεις και σίγουρα θα ξαναπάμε, γιατί η ζωή είναι μικρή και οι χαρές της απαραίτητες.
Τι το καλύτερο από έξοδο με φίλους. Αν η παρέα είναι η γνωστή του Αγίου Όρους ακόμα καλύτερα. Αν την επιλογή την έχει κάνει ο κοσμογυρισμένος Γιάννης ο ‘’Ηλία ρίχτο’’, εεεε ακόμα καλύτερα. Εκείνη την ημέρα, το team συμπλήρωσε μόνο ο Τόλης ο ‘’ευλόγησον’’, καθότι Δευτέρα και Αθήνα. Κουτσουρεμένη σίγουρα το λες η παρέα, το γέλιο πάλι σίγουρα δεν έλειψε.
Το μαγαζί εύκολα προσβάσιμο, σε σημείο του Ψυχικού του Νέου που και να θες δεν χάνεσαι, μια κλασσική όμορφα διακοσμημένη ψαροταβέρνα με όλα τα χαρακτηριστικά αυτής και εννοείται όλα τα καλούδια της θάλασσας. Για Δεύτερα μεσημέρι, γέμισε πολύ σύντομα, άρα η κράτηση είναι απαραίτητη. Και γέμισε με άτομα όλων των ηλικιών από 18 plus έως 70 something.
Συνοδεία λοιπόν του Άγιου τσίπουρου με το κίτρινο χρώμα και τα αρώματα, κανέλλας, γαρύφαλλου και εσπεριδοειδών, φάγαμε:
– Πιάτο γεμάτο με αθερίνατης μιας μπουκιάς, άψογα crispy, νοστιμότατο, το μόνο καλύτερο που θυμάμαι, στη Χίο όπου τηγανίζεται μαζί με κρεμμύδι, αλλάζουν γεύσεις αλλήλοις και δεν ξέρεις τι να πρωτοφάς, αθερίνα ή κρεμμύδι.
– Χόρτα φρεσκότατα ημέρας, σωστά αρτυμένα με τόσο όσο λάδι, συμπληρώσαμε μόνο το λεμόνι και σε ελάχιστο χρόνο τα ψάχναμε.
– Ρεγγοσαλάτα, ναι ρεγγοσαλάτα, ναι δεν τρώω ρέγγα, ναι ήταν τρομερή, φτιαγμένη στο χέρι, με το σωστό κρεμμυδάκι και τον άνηθο, ξεψαχνισμένη και άψογα μαριναρισμένη τη ρέγγα, δεν κάλυπτε το όλο σύνολο με την έντονη γεύση της και φυσικά έγιναν ομηρικές μάχες για τις μπουκιές.
– Γαύρο μαρινάτο, οκ, έχω φάει και καλύτερο, το πιο flat πιάτο χωρίς τις εντάσεις που μπορείς να του δώσεις, σε αντίθεση με το
– Xταπόδι που ήταν άριστα μαριναρισμένο, μαλακό, κομμένο στο σωστό μέγεθος και με τα ελάχιστα επιπλέον υλικά έδινε ένα τέλειο αποτέλεσμα.
Για κλείσιμο, μιας και η δίψα διαρκής και θέλει συνοδευτικά
– γαρίδες σαγανάκι, μόνο με τυρί και φρέσκια ντομάτα, ένα πιάτο που παρακαλάς πάντα να το δεις φτιαγμένο σωστά. Εδώ μιλούσε στο τραπέζι και σου έλεγε, ‘’βούτα με και ξαναβούτα με’’. Το καλύτερο κλείσιμο ever.
Κέρασμα γλυκάκι στο τέλος το μαγαζί, κέρασμα σφηνάκι έκπληξη (!) εμείς, κέρασμα σφηνάκι χωνευτικό το μαγαζί.
Ο ‘’Φοιτητής’’, σίγουρα δεν έχει τιμές για φοιτητές, πουλάει όμως φρέσκα θαλασσινά και ψαρομεζέδες, που αποζημιώνουν την επίσκεψή σου και σε κάνουν να ορέγεσαι την επόμενη go back στο μαγαζί. Και αν το ‘’ορέγομαι’’ είναι άγνωστη λέξη, μια επίσκεψη στον ‘’Φοιτητή’’ θα σε βοηθήσει να μάθεις και να κατανοήσεις το νόημα της λέξης.
“Τι είχες Γιάννη, τι είχα πάντα…”
“ Τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μου…”
Αν το σκεφτώ λίγο ακόμη είμαι σίγουρη ότι θα βρω κι άλλες λαϊκές θυμοσοφίες οι οποίες να ταιριάζουν γάντι στην καθυστέρηση που με διέπει, ως κριτικό κι ως άνθρωπο (αθάνατη Άντζελα), στη συγγραφή κριτικών.
Τέλος πάντων μη γκρινιάζετε. Ούτε δύο μήνες δεν έχουν περάσει ακόμη από την επίσκεψη στον Φοιτητή η οποία έγινε στις 22/5, Σάββατο μεσημεράκι, επ’ ευκαιρία της ονομαστικής γιορτής της κουμπάρας.
“Πάμε να φάμε ψαράκι?” πρότεινε η εορτάζουσα και εγώ απόρησα, για να είμαι ειλικρινής, διότι ο κουμπάρος έχει πολύ συγκεκριμένες προτιμήσεις στο φαγητό. Εμένα από την άλλη πολύ μου άρεσε σαν ιδέα διότι μετά τις διατροφικές ατασθαλίες της καραντίνας και του Πάσχα ένα ψαράκι ήταν ότι έπρεπε (ελπίζω το Σύμπαν να μη διαβάζει διότι θα μου ρίξει καμία κατακέφαλα και θα ψάχνομαι).
Το τραπέζι είχε κρατηθεί από την προηγούμενη κάτι που κρίθηκε αναγκαίο αφού, αν κρίνω από τον κόσμο που είχε, πρόκειται για εξαιρετικά δημοφιλές μαγαζί. Άρα σε περίπτωση που θελήσετε να το επισκεφθείτε σας προτείνω να κάνετε το ίδιο.
Βρίσκεται στην όμορφη, ήσυχη, σχετικά άγνωστη Πλατεία Ελευθερίας, στο Νέο Ψυχικό. Το εσωτερικό του μαγαζιού δεν το είδα άρα δεν έχω να πω τίποτα παρά μόνο ότι έχει ξύλο και δίνει την εντύπωση του απλού, καθαρού και άνετου. Εμείς καθίσαμε στα τραπέζια που απλώνει στην Πλατεία κάτω από τέντα η οποία από κάποια στιγμή και μετά αποδείχθηκε ανεπαρκής αφού το μισό τραπέζι ψηνόταν. Προς τιμή τους, όταν η κατάσταση είχε γίνει σχεδόν ανυπόφορη και η παρέα είχε συμπτυχθεί στη μία γωνία, μας πρότειναν να μεταφερθούμε σε ένα διπλανό το οποίο θα ήταν διαθέσιμο για τα επόμενα 40 λεπτά. Γενικότερα η εξυπηρέτηση ήταν μια χαρά και κάποιες ολιγόλεπτες καθυστερήσεις που παρατηρήθηκαν δικαιολογούνται από τον κόσμο.
Θα σας πω από την αρχή ότι μεμονωμένες τιμές δεν ξέρω καθότι το τραπέζι ήταν κερασμένο, οι κουμπάροι τακτικοί θαμώνες άρα δε βασιστήκαμε σε κατάλογο αλλά στην προφορική απαγγελία των διαθέσιμων ψαρικών και πιάτων.
• Αρχή με ψωμάκι νόστιμο το οποίο δε συνοδευόταν από κάτι.
• Βραστή αλμύρα, αντί σαλάτας, η οποία ήταν φρεσκοβρασμένη και ζωντανή όπως έπρεπε. Εδώ η μοναδική παρατήρηση που έχω αφορά στην ποσότητα λαδιού η οποία ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Νομίζω πήρε το μάτι μου ότι σε περίπτωση που επιθυμείτε παραπάνω, χρεώνεται το μπουκαλάκι. Για μένα αυτό είναι foul όσο κι αν το επιτάσσει η νομοθεσία.
• Καλαμαράκια τηγανιτά. Νοστιμούτσικα, χωρίς να έχουν ρουφήξει λάδι, τραγανά αλλά όχι αξέχαστα.
• Μύδια αχνιστά. Τρυφερά και με ωραίο ζουμί. Δε θα με χάλαγε λίγη παραπάνω ένταση με σκορδάκι, κρασί και μυρωδικά.
• Καλαμάρι φρέσκο, στη σχάρα αυτή τη φορά. Μοσχομύριζε θάλασσα και άφηνε αυτή τη γλυκιά γεύση. Θαυμάσια ψημένο με ελαφρύ άρωμα σχάρας.
• 2 μερίδες σαρδέλες. Παχουλές, φιλεταρισμένες, ωραιότατες. Θα τις ξανάπαιρνα πολύ ευχαρίστως.
• Φέτα συναγρίδας. Το ψάρι κρατούσε τους χυμούς του και ήταν φρέσκο αλλά υστερούσε σε γεύση. Παρόλο το λαδολέμονο και το αλάτι που έριξα η εντύπωση παρέμεινε η ίδια. Ίσως δεν είναι η εποχή του.
• Χοιρινή μπριζόλα. Σιγά μην έτρωγε ο κουμπάρος ψάρι… Φυσικά δε δοκίμασα αλλά δεν άκουσα παράπονα (ούτε κι επαίνους βέβαια).
• Κερασματάκι στο τέλος παγωτίνια που ήταν ότι έπρεπε για το ζεστό μεσημέρι.
Μαζί με 3 μπύρες (παγωμένες) ο λογαριασμός, πήρε το αυτί μου, ότι ήρθε γύρω στα 110e. Δεν τα λες πολλά για 5 άτομα δεν τα λες και λίγα. Φοιτητικές τιμές πάντως δεν τις λες με τίποτα.
Δεν έχω καμία αντίρρηση να ξαναπάω ένα καλοκαιρινό βραδάκι. Θα αποφύγω το μεγάλο ψάρι και θα κινηθώ στη λογική των μεζέδων. Κάποια πιάτα που έβλεπα να παρελαύνουν σε γειτονικά τραπέζια μου φάνηκαν εξαιρετικά ενδιαφέροντα. Θα επανέλθω λοιπόν!
Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε τη σελίδα, θα υποθέσουμε πως είστε ικανοποιημένοι με αυτό.
Στον ‘’Φοιτητή’’ με πήγαν. Και ήταν τέτοια η επιμονή της παρέας, ναι της γνωστής παρέας, που έκοψα τούρτα γιατί γιόρταζα και ξεκουβαλήθηκα στο Ψυχικό. To νέο.
Ευτυχώς δεν είδαμε τον Γιαννάκη, διότι όπως έμαθα μιλάει πολύ!!!
Φάγαμε του σκασμού διότι, ο Παναγιώτης όχι από το Κάιρο αλλά από την Χίο ή την Κρήτη μπορεί και την Αθήνα, πολλές πόλεις ερίζουν για την καταγωγή του, ζητούσε συνέχεια νέα πιάτα, ο Βολιώτης πρώην Χαλανδριώτης με τον Χαλανδρίωτη σιγοντάριζαν και ο τελευταίος Καππαδόκης με την κάβα έτρωγε ασταμάτητα.
Εννοείται δεν διανοήθηκα να ζητήσω ημίγλυκο γιατί θα με έσφαζαν στο γόνατο, οπότε έπινα σιγά σιγά –έκλεβα κιόλας για να μη μεθύσω- ένα εξαιρετικό βελούδινο απόσταγμα από Καρδίτσα που ακούει στο όνομα Loco Docko.
To service αρκετά καλό, με γνώσεις και καλό marketing αφού ευγενικά
προσπάθησε να μας βάλει στο mood του ψαριού, αλλά εμείς ήμασταν φτιαγμένο για τα εξαιρετικά θαλασσινά που διαθέτει το μαγαζί.
Ο μέσα χώρος όμορφα διακοσμημένος με νησιώτικη πραμάτεια, εμείς καθίσαμε
χαλαρά και ευρύχωρα στην πλατεία.
Tο τσίπουρο έρρεε άφθονο (3Χ 200 ml), το σβήσιμο έγινε καθαρά και βολιώτικα με μπύρα lager (4Χ), οι δε μεζέδες θα αναφερθούν ανακατεμένοι μιας και ήταν αρκετοί.
Ξεκινάω με το άσχετο του τραπεζιού:
Πατάτες τηγανιτές, χρυσαφένιες και τραγανές, δεν πρόλαβαν να καθίσουν στο τραπέζι φαγώθηκαν εν ριπή οφθαλμού όλες με το χέρι. Πήραμε και δεύτερο πιάτο, το οποίο δεν ήταν σαν το πρώτο προφανώς βγήκε νωρίτερα από το τηγάνι, οπότε για να μας μείνει η πρώτη αίσθηση στον ουρανίσκο πήραμε και 3η μερίδα που ήταν απίθανη και μαμαδίστικη.
Η μάχη συνεχίστηκε με τα κολοκυθάκια κομμένα chips και αυτά με το χέρι,
ελάχιστο λάδι, ανάλαφρο κουρκούτι, λίγο τζατζίκι συνοδευτικό δεν θα με πείραζε.
Ρεγγοσαλάτα άλλο επίπεδο γεύσης, είχε δίκιο η παρέα που την είχε δοκιμάσει και επέμενε, φτιαγμένη στο χέρι, με το σωστό κρεμμυδάκι και τον άνηθο, δεν άφηνε καθόλου την έντονη μυρωδιά της να επηρεάσει τη νοστιμιά του πιάτου.
Χταπόδια σε 2 παρασκευές, το ένα καλύτερο από το άλλο το κλασσικό
μαριναρισμένο με τη ρίγανη και τα όξινα του συστατικά και σε ψητές μπουκίτσες που ήταν τόσο μαλακό και λαδοριγανάτο λες και έτρωγες κρέας.
Αλμυρίκια γιατί είμαστε και της υγιεινής διατροφής και επιζητούσαμε τη δροσιά τους και γαύρο μαρινάτο που για να σου δώσει τα αρώματα του, όπως είπε ο Βολιώτης, ήθελε διαφορετικό μαρινάρισμα. Εγώ πάντως το ευχαριστήθηκα, έτσι το έκανε ο
αείμνηστος πατέρας μου στο μαγαζί μας στο νησί.
Γαρίδες σαγανάκι, μόνο με φέτα και ντομάτα, πλούσιο πιάτο σε γαρίδα για πολλές βούτες οπότε το πανέρι ξαναγέμισε φρυγανισμένο ψωμί γιατί ως γνωστόν η σάλτσα είναι το καλύτερο.
Σαγανάκι σε μπουκιές, όπως είπε και ο σερβιτόρος ‘’για να μην μαλώνετε ποιος θα κόψει και θα φάει το περισσότερο’’, αρκετά νόστιμο, χωρίς να χάσει το τυρί τηνυγρασία και τη νοστιμιά του, άσχετο πιάτο παντζάρια με μια γαβάθα απαλή – ευτυχώς – σκορδαλιά που ήθελε ο Χιώτης και την κατανάλωσε σχεδόν μόνος του και ποικιλία από αλίπαστα (σαρδέλα, τσίρος, μπακαλιάρος) με ψιλοκομμένο κρεμμύδι, όχι κάτι ιδιαίτερο που απλά φαγώθηκε.
Κλείσαμε με νόστιμο, σωστά αρτυμένο, φρέσκο, ψητό καλαμάρι και μπουκίτσες
καραβιδόψυχας με 80’s cocktail sauce που δεν πρέπει να λείπει από καμία
παραγγελία.
Στο τέλος κέρασμα ωραίο νόστιμο γλυκάκι, απλά γιατί δεν μπορούσε το στομάχι μας να χωρέσει τα γλυκά που μας πρότεινε ο εξαιρετικός σερβιτόρος στα πλαίσια του
marketing.
Όπως διαβάζω σε άλλη κριτική ο ‘’Φοιτητής’’, σίγουρα δεν έχει τιμές για φοιτητές,
Θα πληρώναμε σίγουρα λιγότερα στο νησί του, όπως είπε ο Χιώτης και πολύ λιγότερα στον Βόλο, δίοτι όλα θα ήταν συνοδευτικά του τσίπουρου όπως είπε ο Βολιώτης, αλλά, φάγαμε φρέσκιες και νόστιμες γεύσεις και σίγουρα θα ξαναπάμε, γιατί η ζωή είναι μικρή και οι χαρές της απαραίτητες.
Τι το καλύτερο από έξοδο με φίλους. Αν η παρέα είναι η γνωστή του Αγίου Όρους ακόμα καλύτερα. Αν την επιλογή την έχει κάνει ο κοσμογυρισμένος Γιάννης ο ‘’Ηλία ρίχτο’’, εεεε ακόμα καλύτερα. Εκείνη την ημέρα, το team συμπλήρωσε μόνο ο Τόλης ο ‘’ευλόγησον’’, καθότι Δευτέρα και Αθήνα. Κουτσουρεμένη σίγουρα το λες η παρέα, το γέλιο πάλι σίγουρα δεν έλειψε.
Το μαγαζί εύκολα προσβάσιμο, σε σημείο του Ψυχικού του Νέου που και να θες δεν χάνεσαι, μια κλασσική όμορφα διακοσμημένη ψαροταβέρνα με όλα τα χαρακτηριστικά αυτής και εννοείται όλα τα καλούδια της θάλασσας. Για Δεύτερα μεσημέρι, γέμισε πολύ σύντομα, άρα η κράτηση είναι απαραίτητη. Και γέμισε με άτομα όλων των ηλικιών από 18 plus έως 70 something.
Συνοδεία λοιπόν του Άγιου τσίπουρου με το κίτρινο χρώμα και τα αρώματα, κανέλλας, γαρύφαλλου και εσπεριδοειδών, φάγαμε:
– Πιάτο γεμάτο με αθερίνα της μιας μπουκιάς, άψογα crispy, νοστιμότατο, το μόνο καλύτερο που θυμάμαι, στη Χίο όπου τηγανίζεται μαζί με κρεμμύδι, αλλάζουν γεύσεις αλλήλοις και δεν ξέρεις τι να πρωτοφάς, αθερίνα ή κρεμμύδι.
– Χόρτα φρεσκότατα ημέρας, σωστά αρτυμένα με τόσο όσο λάδι, συμπληρώσαμε μόνο το λεμόνι και σε ελάχιστο χρόνο τα ψάχναμε.
– Ρεγγοσαλάτα, ναι ρεγγοσαλάτα, ναι δεν τρώω ρέγγα, ναι ήταν τρομερή, φτιαγμένη στο χέρι, με το σωστό κρεμμυδάκι και τον άνηθο, ξεψαχνισμένη και άψογα μαριναρισμένη τη ρέγγα, δεν κάλυπτε το όλο σύνολο με την έντονη γεύση της και φυσικά έγιναν ομηρικές μάχες για τις μπουκιές.
– Γαύρο μαρινάτο, οκ, έχω φάει και καλύτερο, το πιο flat πιάτο χωρίς τις εντάσεις που μπορείς να του δώσεις, σε αντίθεση με το
– Xταπόδι που ήταν άριστα μαριναρισμένο, μαλακό, κομμένο στο σωστό μέγεθος και με τα ελάχιστα επιπλέον υλικά έδινε ένα τέλειο αποτέλεσμα.
Για κλείσιμο, μιας και η δίψα διαρκής και θέλει συνοδευτικά
– γαρίδες σαγανάκι, μόνο με τυρί και φρέσκια ντομάτα, ένα πιάτο που παρακαλάς πάντα να το δεις φτιαγμένο σωστά. Εδώ μιλούσε στο τραπέζι και σου έλεγε, ‘’βούτα με και ξαναβούτα με’’. Το καλύτερο κλείσιμο ever.
Κέρασμα γλυκάκι στο τέλος το μαγαζί, κέρασμα σφηνάκι έκπληξη (!) εμείς, κέρασμα σφηνάκι χωνευτικό το μαγαζί.
Ο ‘’Φοιτητής’’, σίγουρα δεν έχει τιμές για φοιτητές, πουλάει όμως φρέσκα θαλασσινά και ψαρομεζέδες, που αποζημιώνουν την επίσκεψή σου και σε κάνουν να ορέγεσαι την επόμενη go back στο μαγαζί. Και αν το ‘’ορέγομαι’’ είναι άγνωστη λέξη, μια επίσκεψη στον ‘’Φοιτητή’’ θα σε βοηθήσει να μάθεις και να κατανοήσεις το νόημα της λέξης.
“Τι είχες Γιάννη, τι είχα πάντα…”
“ Τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μου…”
Αν το σκεφτώ λίγο ακόμη είμαι σίγουρη ότι θα βρω κι άλλες λαϊκές θυμοσοφίες οι οποίες να ταιριάζουν γάντι στην καθυστέρηση που με διέπει, ως κριτικό κι ως άνθρωπο (αθάνατη Άντζελα), στη συγγραφή κριτικών.
Τέλος πάντων μη γκρινιάζετε. Ούτε δύο μήνες δεν έχουν περάσει ακόμη από την επίσκεψη στον Φοιτητή η οποία έγινε στις 22/5, Σάββατο μεσημεράκι, επ’ ευκαιρία της ονομαστικής γιορτής της κουμπάρας.
“Πάμε να φάμε ψαράκι?” πρότεινε η εορτάζουσα και εγώ απόρησα, για να είμαι ειλικρινής, διότι ο κουμπάρος έχει πολύ συγκεκριμένες προτιμήσεις στο φαγητό. Εμένα από την άλλη πολύ μου άρεσε σαν ιδέα διότι μετά τις διατροφικές ατασθαλίες της καραντίνας και του Πάσχα ένα ψαράκι ήταν ότι έπρεπε (ελπίζω το Σύμπαν να μη διαβάζει διότι θα μου ρίξει καμία κατακέφαλα και θα ψάχνομαι).
Το τραπέζι είχε κρατηθεί από την προηγούμενη κάτι που κρίθηκε αναγκαίο αφού, αν κρίνω από τον κόσμο που είχε, πρόκειται για εξαιρετικά δημοφιλές μαγαζί. Άρα σε περίπτωση που θελήσετε να το επισκεφθείτε σας προτείνω να κάνετε το ίδιο.
Βρίσκεται στην όμορφη, ήσυχη, σχετικά άγνωστη Πλατεία Ελευθερίας, στο Νέο Ψυχικό. Το εσωτερικό του μαγαζιού δεν το είδα άρα δεν έχω να πω τίποτα παρά μόνο ότι έχει ξύλο και δίνει την εντύπωση του απλού, καθαρού και άνετου. Εμείς καθίσαμε στα τραπέζια που απλώνει στην Πλατεία κάτω από τέντα η οποία από κάποια στιγμή και μετά αποδείχθηκε ανεπαρκής αφού το μισό τραπέζι ψηνόταν. Προς τιμή τους, όταν η κατάσταση είχε γίνει σχεδόν ανυπόφορη και η παρέα είχε συμπτυχθεί στη μία γωνία, μας πρότειναν να μεταφερθούμε σε ένα διπλανό το οποίο θα ήταν διαθέσιμο για τα επόμενα 40 λεπτά. Γενικότερα η εξυπηρέτηση ήταν μια χαρά και κάποιες ολιγόλεπτες καθυστερήσεις που παρατηρήθηκαν δικαιολογούνται από τον κόσμο.
Θα σας πω από την αρχή ότι μεμονωμένες τιμές δεν ξέρω καθότι το τραπέζι ήταν κερασμένο, οι κουμπάροι τακτικοί θαμώνες άρα δε βασιστήκαμε σε κατάλογο αλλά στην προφορική απαγγελία των διαθέσιμων ψαρικών και πιάτων.
• Αρχή με ψωμάκι νόστιμο το οποίο δε συνοδευόταν από κάτι.
• Βραστή αλμύρα, αντί σαλάτας, η οποία ήταν φρεσκοβρασμένη και ζωντανή όπως έπρεπε. Εδώ η μοναδική παρατήρηση που έχω αφορά στην ποσότητα λαδιού η οποία ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Νομίζω πήρε το μάτι μου ότι σε περίπτωση που επιθυμείτε παραπάνω, χρεώνεται το μπουκαλάκι. Για μένα αυτό είναι foul όσο κι αν το επιτάσσει η νομοθεσία.
• Καλαμαράκια τηγανιτά. Νοστιμούτσικα, χωρίς να έχουν ρουφήξει λάδι, τραγανά αλλά όχι αξέχαστα.
• Μύδια αχνιστά. Τρυφερά και με ωραίο ζουμί. Δε θα με χάλαγε λίγη παραπάνω ένταση με σκορδάκι, κρασί και μυρωδικά.
• Καλαμάρι φρέσκο, στη σχάρα αυτή τη φορά. Μοσχομύριζε θάλασσα και άφηνε αυτή τη γλυκιά γεύση. Θαυμάσια ψημένο με ελαφρύ άρωμα σχάρας.
• 2 μερίδες σαρδέλες. Παχουλές, φιλεταρισμένες, ωραιότατες. Θα τις ξανάπαιρνα πολύ ευχαρίστως.
• Φέτα συναγρίδας. Το ψάρι κρατούσε τους χυμούς του και ήταν φρέσκο αλλά υστερούσε σε γεύση. Παρόλο το λαδολέμονο και το αλάτι που έριξα η εντύπωση παρέμεινε η ίδια. Ίσως δεν είναι η εποχή του.
• Χοιρινή μπριζόλα. Σιγά μην έτρωγε ο κουμπάρος ψάρι… Φυσικά δε δοκίμασα αλλά δεν άκουσα παράπονα (ούτε κι επαίνους βέβαια).
• Κερασματάκι στο τέλος παγωτίνια που ήταν ότι έπρεπε για το ζεστό μεσημέρι.
Μαζί με 3 μπύρες (παγωμένες) ο λογαριασμός, πήρε το αυτί μου, ότι ήρθε γύρω στα 110e. Δεν τα λες πολλά για 5 άτομα δεν τα λες και λίγα. Φοιτητικές τιμές πάντως δεν τις λες με τίποτα.
Δεν έχω καμία αντίρρηση να ξαναπάω ένα καλοκαιρινό βραδάκι. Θα αποφύγω το μεγάλο ψάρι και θα κινηθώ στη λογική των μεζέδων. Κάποια πιάτα που έβλεπα να παρελαύνουν σε γειτονικά τραπέζια μου φάνηκαν εξαιρετικά ενδιαφέροντα. Θα επανέλθω λοιπόν!