Είναι από αυτές τις μέρες που τις περιμένεις καιρό και με όλα τα συναισθήματα σε εγρήγορση. Ο λόγος;
Άγνωστο μαγαζί ούτε καν σαν όνομα, με διθυραμβικές κριτικές βέβαια από τον γέροντα Ησύχιο κατά κόσμο Μιχαήλ, αλλά και συνάντηση παλιών συμμαθητών μα κυρίως φίλων. Βέβαια σοβαρή απουσία στην παρέα ο γέροντας Σπυρίδων οπότε τον καλύψαμε τρώγοντας και για αυτόν.
Εύκολα προσβάσιμο από παντού, ξέρεις δεν ξέρεις την Ηλιούπολη, σίγουρα δεν θα χαθείς αλλά και δεν θα ταλαιπωρηθείς στο παρκάρισμα.
Η πρώτη εντύπωση βλέποντας τον χώρο είναι αν έχω έρθει στο σωστό μαγαζί. Καφενείο παλιάς κοπής, με ανθρώπους όλων των ηλικιών να χαλαρώνουν πίνοντας τον καφέ τους ή το τσίπουρο τους και να συζητούν τα τεκταινόμενα της μέρας.
Απ’ ό,τι έμαθα από τους local της περιοχής, ‘’η Σκόπα’’ ήταν το μέρος όπου συναντιόντουσαν οι εργάτες των γύρω συνοικιών για τον πρωινό καφέ πριν το μεροκάματο ή το μεσημεριανό τσίπουρο, απαραίτητο διάλειμμα βαρέων και ανθυγιεινών. Η παραγγελία κυμάνθηκε σε surf ‘n’ turf κατάσταση για να ικανοποιηθούν όλα τα γούστα. Αφήσαμε τα βασικά στον Μιχάλη και τον Νικολάκη ως οι πιο ειδικοί στην ποσότητα και σίγουρα στην ποιότητα. Ορεκτικά και σαλάτες: Αρκετά αλλά τα καταφέραμε. Χρυσαφένιες χεράτες τηγανιτές πατάτες για ‘’να βγει’’ το παιδί από μέσα μας και βούτα με το φρεσκότατο ψωμάκι σε semi spicy γευστικότατη τυροκαυτερή, κοκκινωπή κοκκινωπή σίγουρα όχι από ντροπή αλλά, από τη πιπεριά που διοργάνωσε πάρτι στο πιάτο μαζί με τα υπόλοιπα υλικά, τζατζικάκι light για τα γούστα μου, δροσερό και νοστιμότατο, φάβα με κρεμμυδάκι για να θυμηθούμε και τη Σαντορίνη, που κάποτε στα νιάτα μας την γυρίσαμε ανάποδα. Μπουγιουρντί Σαλονικιώτικο για να ανάψουν τα αίματα και να πάρουν φωτιά τα πιρούνια, έκαιγε όσο χρειαζόταν για να ανεβάζει το προαναφερθέν τζατζίκι, το οποίο συνοδεύτηκε υπέροχα με τα sticks κολοκυθιού που η αλήθεια είναι θα τα προτιμούσα πιο crispy.
Αν και έλειπε ο πατήρ Σπυρίδων από τα Χανιά πήραμε μια δροσερή ντακοσαλάτα να τον θυμηθούμε η οποία ρετουσαρίστηκε με τον κλασσικό κρητικό τρόπο (πρώτα σπάσιμό, μετά ανακάτεμα).
Βοηθήσαμε την όρεξη να ανοίξει για λίγο ακόμα με μια νοστιμότατη τηγανιτή παστουρμαδόπιττα, καθαρή από λάδια και σε φάκελο με το χαρακτηριστικό ‘’κρατς‘’ στο άνοιγμα και την ευωδία του εσωτερικού να γεμίζει το τραπέζι μας. Και ήρθε η ώρα του κυρίως: Από τη μια χταπόδι πλοκάμι στη σχάρα ζουμερό όσο δεν πάει πασπαλισμένο απλά με λαδορίγανη, χταπόδι ξυδάτο απόλαυση, εξαιρετικό γόνο καλαμάρι και από την άλλη γιαννιώτικο λουκάνικο με ότι αυτό συνεπάγεται, παϊδάκια αρνίσια αλλά και την έκπληξη της ημέρας, παϊδάκια προβατίνας με διαφορά το καλύτερο πιάτο. Όσο το πιάτο ήταν γεμάτο, στο τραπέζι έπεσε βαθιά σιωπή.
Στο τέλος, επειδή μια λιγούρα είναι η αλήθεια την είχαμε ακόμα, παραγγείλαμε και μια μερίδα μπιφτέκια μπαμπάτσικα και μαμαδίσια. Με τι συνοδεύαμε:
‘’Χτυπήσαμε’’ κάτι light coke, γιατί προσέχουμε για να έχουμε αλλά, το βασικό ποτό του τραπεζιού ήταν το τσίπουρο. Και όταν λέμε τσίπουρο εννοούμε άνευ γλυκάνισου αυτό που πίνει η Ήπειρος. Ευκολόπιοτο και έντονα φρουτώδες, ο παραγωγός είχε κέφια, έφυγε πριν το καταλάβουμε. Κέρασμα
Σε τέτοια μαγαζιά δεν φεύγεις χωρίς κέρασμα οπότε νάσου και το τούβλο –μπισκοτόγλυκο- της μαμάς. Δροσερό για κλείσιμο και κατάλληλο να καταλαγιάσει το αλκοόλ στο στομάχι. Τα παιδιά το ‘’τρέχουν’’ εξαιρετικά το μαγαζί. Το προσωπικό είναι δίπλα σου μόλις γυρίσεις το βλέμμα σου και ψάξεις, άλλοτε με χαμόγελο, άλλοτε με ύφος βλοσυρό στην αρχή μαλακωμένο στη συνέχεια.
Φεύγοντας διαπίστωσα ότι ερχόμενοι ήμασταν 3 ήμασταν 4 και φεύγοντας γίναμε χίλιοι δεκατέσσερις, οπότε αν θελήσετε να πάτε η κράτηση είναι απαραίτητη.
Δροσιά υπάρχει στον έξω χώρο, προτιμήστε τον.
Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε τη σελίδα, θα υποθέσουμε πως είστε ικανοποιημένοι με αυτό.
Είναι από αυτές τις μέρες που τις περιμένεις καιρό και με όλα τα συναισθήματα σε εγρήγορση. Ο λόγος;
Άγνωστο μαγαζί ούτε καν σαν όνομα, με διθυραμβικές κριτικές βέβαια από τον γέροντα Ησύχιο κατά κόσμο Μιχαήλ, αλλά και συνάντηση παλιών συμμαθητών μα κυρίως φίλων. Βέβαια σοβαρή απουσία στην παρέα ο γέροντας Σπυρίδων οπότε τον καλύψαμε τρώγοντας και για αυτόν.
Εύκολα προσβάσιμο από παντού, ξέρεις δεν ξέρεις την Ηλιούπολη, σίγουρα δεν θα χαθείς αλλά και δεν θα ταλαιπωρηθείς στο παρκάρισμα.
Η πρώτη εντύπωση βλέποντας τον χώρο είναι αν έχω έρθει στο σωστό μαγαζί. Καφενείο παλιάς κοπής, με ανθρώπους όλων των ηλικιών να χαλαρώνουν πίνοντας τον καφέ τους ή το τσίπουρο τους και να συζητούν τα τεκταινόμενα της μέρας.
Απ’ ό,τι έμαθα από τους local της περιοχής, ‘’η Σκόπα’’ ήταν το μέρος όπου συναντιόντουσαν οι εργάτες των γύρω συνοικιών για τον πρωινό καφέ πριν το μεροκάματο ή το μεσημεριανό τσίπουρο, απαραίτητο διάλειμμα βαρέων και ανθυγιεινών.
Η παραγγελία κυμάνθηκε σε surf ‘n’ turf κατάσταση για να ικανοποιηθούν όλα τα γούστα. Αφήσαμε τα βασικά στον Μιχάλη και τον Νικολάκη ως οι πιο ειδικοί στην ποσότητα και σίγουρα στην ποιότητα.
Ορεκτικά και σαλάτες: Αρκετά αλλά τα καταφέραμε.
Χρυσαφένιες χεράτες τηγανιτές πατάτες για ‘’να βγει’’ το παιδί από μέσα μας και βούτα με το φρεσκότατο ψωμάκι σε semi spicy γευστικότατη τυροκαυτερή, κοκκινωπή κοκκινωπή σίγουρα όχι από ντροπή αλλά, από τη πιπεριά που διοργάνωσε πάρτι στο πιάτο μαζί με τα υπόλοιπα υλικά, τζατζικάκι light για τα γούστα μου, δροσερό και νοστιμότατο, φάβα με κρεμμυδάκι για να θυμηθούμε και τη Σαντορίνη, που κάποτε στα νιάτα μας την γυρίσαμε ανάποδα.
Μπουγιουρντί Σαλονικιώτικο για να ανάψουν τα αίματα και να πάρουν φωτιά τα πιρούνια, έκαιγε όσο χρειαζόταν για να ανεβάζει το προαναφερθέν τζατζίκι, το οποίο συνοδεύτηκε υπέροχα με τα sticks κολοκυθιού που η αλήθεια είναι θα τα προτιμούσα πιο crispy.
Αν και έλειπε ο πατήρ Σπυρίδων από τα Χανιά πήραμε μια δροσερή ντακοσαλάτα να τον θυμηθούμε η οποία ρετουσαρίστηκε με τον κλασσικό κρητικό τρόπο (πρώτα σπάσιμό, μετά ανακάτεμα).
Βοηθήσαμε την όρεξη να ανοίξει για λίγο ακόμα με μια νοστιμότατη τηγανιτή παστουρμαδόπιττα, καθαρή από λάδια και σε φάκελο με το χαρακτηριστικό ‘’κρατς‘’ στο άνοιγμα και την ευωδία του εσωτερικού να γεμίζει το τραπέζι μας.
Και ήρθε η ώρα του κυρίως:
Από τη μια χταπόδι πλοκάμι στη σχάρα ζουμερό όσο δεν πάει πασπαλισμένο απλά με λαδορίγανη, χταπόδι ξυδάτο απόλαυση, εξαιρετικό γόνο καλαμάρι και από την άλλη γιαννιώτικο λουκάνικο με ότι αυτό συνεπάγεται, παϊδάκια αρνίσια αλλά και την έκπληξη της ημέρας, παϊδάκια προβατίνας με διαφορά το καλύτερο πιάτο. Όσο το πιάτο ήταν γεμάτο, στο τραπέζι έπεσε βαθιά σιωπή.
Στο τέλος, επειδή μια λιγούρα είναι η αλήθεια την είχαμε ακόμα, παραγγείλαμε και μια μερίδα μπιφτέκια μπαμπάτσικα και μαμαδίσια.
Με τι συνοδεύαμε:
‘’Χτυπήσαμε’’ κάτι light coke, γιατί προσέχουμε για να έχουμε αλλά, το βασικό ποτό του τραπεζιού ήταν το τσίπουρο. Και όταν λέμε τσίπουρο εννοούμε άνευ γλυκάνισου αυτό που πίνει η Ήπειρος. Ευκολόπιοτο και έντονα φρουτώδες, ο παραγωγός είχε κέφια, έφυγε πριν το καταλάβουμε.
Κέρασμα
Σε τέτοια μαγαζιά δεν φεύγεις χωρίς κέρασμα οπότε νάσου και το τούβλο –μπισκοτόγλυκο- της μαμάς. Δροσερό για κλείσιμο και κατάλληλο να καταλαγιάσει το αλκοόλ στο στομάχι.
Τα παιδιά το ‘’τρέχουν’’ εξαιρετικά το μαγαζί. Το προσωπικό είναι δίπλα σου μόλις γυρίσεις το βλέμμα σου και ψάξεις, άλλοτε με χαμόγελο, άλλοτε με ύφος βλοσυρό στην αρχή μαλακωμένο στη συνέχεια.
Φεύγοντας διαπίστωσα ότι ερχόμενοι ήμασταν 3 ήμασταν 4 και φεύγοντας γίναμε χίλιοι δεκατέσσερις, οπότε αν θελήσετε να πάτε η κράτηση είναι απαραίτητη.
Δροσιά υπάρχει στον έξω χώρο, προτιμήστε τον.