Σήμερα θα παίξουμε εντός έδρας, μια και το ΝΟΣΤΟΣ ΜΕΖΕ βρίσκεται στο νούμερο 19 του δρόμου όπου μένω και έτσι αναγκαστικά περνάω από μπροστά του κάθε φορά που κατηφορίζω προς τη Συγγρού. Γωνιακό μεν μαγαζί, όμως σε μια πονεμένη γωνιά, που άλλαξε ένοικο τρεις φορές τα τελευταία πέντε χρόνια. Ας ελπίσουμε ο ΝΟΣΤΟΣ ΜΕΖΕ να ριζώσει και να έχει την ίδια επιτυχία με το VISSENTE, το ιταλικό εστιατόριο της Πλατείας (με κεφαλαίο, γιατί η Πλατεία Νέας Σμύρνης είναι μία), του οποίου κάπου διάβασα ότι είναι αδελφάκι (βλ. σχετική κριτική μου).
Έβλεπα που λέτε ότι το new entry στο γαστρονομικό χάρτη της πόλης μας είχε σχεδόν πάντα κόσμο, οπότε μια Κυριακή μεσημέρι, εν μέσω καύσωνος (που δεν είναι βέβαια κάτι αξιοπερίεργο, χαρά στο κουράγιο μας) αποφασίσαμε αυθόρμητα να το δοκιμάσουμε. Η πρώτη εντύπωση καθ’ όλα θετική. Ωραία παλ χρώματα, άνετα τραπεζοκαθισματα, χαμογελαστή υποδοχή (χωρίς κράτηση), όλα καινούργια. Ο κατάλογος πλήρης, έμενε να θέσουμε το δάκτυλο επί τον τύπο των ήλων.
Περιοριστήκαμε – τρόπος του λέγειν – σε τρία, ή μάλλον τέσσερα πιάτα, αφού το άψογα ψημένο στη σχάρα αλατοριγανολαδωμένο ψωμί με συνοδεία μιας νοστιμότατης σάλτσας, που φαγώθηκε μέχρι το τελευταίο ψίχουλο, δικαιωματικά καταλαμβάνει τη θέση του πρώτου πιάτου (3 €). Από σαλάτες λογικό ήταν σαν Σαλονικιός να προτιμήσω τη σαλονικιώτικη πάπρικα, που παλιά την έβρισκα στον Αρμένη φίλο μου στην αγορά της Καλλιθέας. Όπως ακριβώς τη θυμόμουνα, κατακόκκινη με ίχνη φέτας και γενναία μερίδα (5 €). Από τα δύο κυρίως την παράσταση έκλεψε το μαντί γιαουρτλού. Σωστά μαγειρεμένο, σαν ντάμπλινγκ, με τη σαλτσούλα, τα καρυκεύματα και τόσο όσο γιαούρτι, για να δροσίζει το στόμα (10 €). Το συκώτι στη σχάρα, σερβιρισμένο πάνω σε πίτες σουβλακιού (μπανάλ!) και με μπόλικο ξερό κρεμμύδι σε ροδέλες, ήταν μεν σωστά ψημένο και κομμένο, όμως όχι η καλύτερη πρώτη ύλη, δηλαδή με μπόλικες ίνες (12 €). Συνοδεύσαμε το γεύμα μας με μια ΝΥΜΦΗ σαν τα κρύα νερά, που έχει κατακτήσει τα πρωτεία ανάμεσα στις αγαπημένες μας μπύρες, όχι επειδή είναι κι αυτή από τα βόρεια, αλλά πολύ σωστή στη γεύση. Για επιδόρπιο ξυλάκια παγωτό (έχει πάρει πια διαστάσεις επιδημίας, αλλά δεν πειράζει).
Με ούτε 40, για την ακρίβεια 40 € ο λογαριασμός του λιτού μας γεύματος ήταν καθ’ όλα ανεκτός και ανταποκρίνεται απόλυτα στην ποσότητα και και – κυρίως – ποιότητα των καταναλωθέντων. Σίγουρα θα ξαναπάμε.
Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε τη σελίδα, θα υποθέσουμε πως είστε ικανοποιημένοι με αυτό.
Σήμερα θα παίξουμε εντός έδρας, μια και το ΝΟΣΤΟΣ ΜΕΖΕ βρίσκεται στο νούμερο 19 του δρόμου όπου μένω και έτσι αναγκαστικά περνάω από μπροστά του κάθε φορά που κατηφορίζω προς τη Συγγρού. Γωνιακό μεν μαγαζί, όμως σε μια πονεμένη γωνιά, που άλλαξε ένοικο τρεις φορές τα τελευταία πέντε χρόνια. Ας ελπίσουμε ο ΝΟΣΤΟΣ ΜΕΖΕ να ριζώσει και να έχει την ίδια επιτυχία με το VISSENTE, το ιταλικό εστιατόριο της Πλατείας (με κεφαλαίο, γιατί η Πλατεία Νέας Σμύρνης είναι μία), του οποίου κάπου διάβασα ότι είναι αδελφάκι (βλ. σχετική κριτική μου).
Έβλεπα που λέτε ότι το new entry στο γαστρονομικό χάρτη της πόλης μας είχε σχεδόν πάντα κόσμο, οπότε μια Κυριακή μεσημέρι, εν μέσω καύσωνος (που δεν είναι βέβαια κάτι αξιοπερίεργο, χαρά στο κουράγιο μας) αποφασίσαμε αυθόρμητα να το δοκιμάσουμε. Η πρώτη εντύπωση καθ’ όλα θετική. Ωραία παλ χρώματα, άνετα τραπεζοκαθισματα, χαμογελαστή υποδοχή (χωρίς κράτηση), όλα καινούργια. Ο κατάλογος πλήρης, έμενε να θέσουμε το δάκτυλο επί τον τύπο των ήλων.
Περιοριστήκαμε – τρόπος του λέγειν – σε τρία, ή μάλλον τέσσερα πιάτα, αφού το άψογα ψημένο στη σχάρα αλατοριγανολαδωμένο ψωμί με συνοδεία μιας νοστιμότατης σάλτσας, που φαγώθηκε μέχρι το τελευταίο ψίχουλο, δικαιωματικά καταλαμβάνει τη θέση του πρώτου πιάτου (3 €). Από σαλάτες λογικό ήταν σαν Σαλονικιός να προτιμήσω τη σαλονικιώτικη πάπρικα, που παλιά την έβρισκα στον Αρμένη φίλο μου στην αγορά της Καλλιθέας. Όπως ακριβώς τη θυμόμουνα, κατακόκκινη με ίχνη φέτας και γενναία μερίδα (5 €). Από τα δύο κυρίως την παράσταση έκλεψε το μαντί γιαουρτλού. Σωστά μαγειρεμένο, σαν ντάμπλινγκ, με τη σαλτσούλα, τα καρυκεύματα και τόσο όσο γιαούρτι, για να δροσίζει το στόμα (10 €). Το συκώτι στη σχάρα, σερβιρισμένο πάνω σε πίτες σουβλακιού (μπανάλ!) και με μπόλικο ξερό κρεμμύδι σε ροδέλες, ήταν μεν σωστά ψημένο και κομμένο, όμως όχι η καλύτερη πρώτη ύλη, δηλαδή με μπόλικες ίνες (12 €). Συνοδεύσαμε το γεύμα μας με μια ΝΥΜΦΗ σαν τα κρύα νερά, που έχει κατακτήσει τα πρωτεία ανάμεσα στις αγαπημένες μας μπύρες, όχι επειδή είναι κι αυτή από τα βόρεια, αλλά πολύ σωστή στη γεύση. Για επιδόρπιο ξυλάκια παγωτό (έχει πάρει πια διαστάσεις επιδημίας, αλλά δεν πειράζει).
Με ούτε 40, για την ακρίβεια 40 € ο λογαριασμός του λιτού μας γεύματος ήταν καθ’ όλα ανεκτός και ανταποκρίνεται απόλυτα στην ποσότητα και και – κυρίως – ποιότητα των καταναλωθέντων. Σίγουρα θα ξαναπάμε.