Την ιστορία της Δημητρούλας την ήξερα μέσες – άκρες από τον κολλητό που μετοίκησε στο Βόλο. Την έμαθα με το νι και με τι σίγμα από τον φίλο Θανάση –κολλητό της Δημητρούλας- που συντρώγαμε στην τελευταία επίσκεψη στα χαμηλά της Αγίου Γεωργίου.
Αυτή τη φορά έλειπε ο Γιώργος που ηγείται της κουζίνας και στα ενδότερα ήταν η ίδια η Δήμητρα, με την αδερφή της να προΐσταται στο σέρβις.
Ένα παραδοσιακό καφενείο – ουζερί παρεϊστικο και χαλαρό, όπου μπορείς να πας να πιείς την μπύρα, το κρασί σου, αλλά και το ούζο ή το τσίπουρο και το ρακί σου. Εννοείται θα το συνοδεύσεις με κάποιους στάνταρ μεζέδες, όπως σαγανάκια, πατατοσαλάτα, φάβα, αλλά και κάποια πιάτα ημέρας ανάλογα με την έμπνευση.
Συμπαθητικός ο χώρος και καθαρός, με πολλά vintage καδράκια στον τοίχο, κουρτινάκια στο τζάμι, υλικά του πάγκου της κουζίνας στην άλλη πλευρά, πλαστικό στον έξω χώρο του πεζοδρομίου και πατζούρια στην μία πλευρά με διάφορα γλαστράκια πάνω. Τα τραπεζοκαθίσματα σε πράσινο χρώμα, κλασικά καφενείου που τα υιοθέτησαν μετά όλα τα μεζεδοπωλεία. Ευτυχώς που πήρε και τον δίπλα χώρο και υπάρχει περισσότερη άνεση.
Ξεκινήσαμε κλασσικά με μαυρομάτικα με δίχρωμες πιπεριές και φρέσκο κρεμμυδάκι, αεράτο πιάτο με μια σως με μέλι να του δίνει μια γλυκόξινη γεύση, συνεχίσαμε με τα αυγά όπου ανάμεσα στα αυγά μάτια, υπήρχαν ψιλά κομμάτια σύγκλινου και ντομάτας, πασπαλισμένα με ρίγανη και γλυκό μπούκοβο και στην πορεία το ξαναπήραμε. Άχαστο πιάτο, υπάρχει και σε παραλλαγή με σουτζούκι ελαφρά καυτερό.
Μαραθόπιτα για τον Θανάση, ποσότητα γενναία, αρωματική με πολύ χόρτο και τριμμένο τυρί από πάνω, το σύνολο Κρητικά φτιαγμένο.
Κοτόπουλο διαίτης για τις κυρίες της παρέας με πιπεριές και μια γευστική σος από σόγια, σουσάμι και μέλι, μανιτάρια με λιαστή ντομάτα και καπνιστό τυρί λιωμένο στην κορυφή. Για τις κυρίες τα πήραμε, αλλά έγινε μάχη με βούτες της συνοδευτικής πιτούλας στη νόστιμη σάλτσα. Ειδική μνεία στα ρεβίθια με το πλιγούρι και την φέτα στο πήλινο φουρνιστά και εξαιρετικά, μας έκανε εντύπωση ως πιάτο το πήραμε και μας αποζημίωσε. Ίσως το καλύτερο πιάτο της ημέρας. Η φέτα είχε κάνει ένα στρώμα στην κορυφή του πήλινου και με το που έπαιρνες μπουκιά, όλα τα αρώματα ξεχύνονταν στο τραπέζι.
Συνοδέψαμε με χύμα εύγευστη ρακί εγώ και ο Θανάσης. Ο έτερος της παρέας μας κορόιδεψε πίνοντας μπύρα, όπως και οι κυρίες του τραπεζιού.
Γλυκό που θέλαμε δεν είχε, ίσως γιατί έλειπε ο Γιώργος και μείναμε με τη λιγούρα. Η Δημητρούλα αποτελεί μια εγγυημένη και τίμια λύση για ποτάκι και τσιμπολόγημα με σπιτικούς μεζέδες. Ποτέ δεν μας έχει στεναχωρήσει και πάντα θα μας εκπλήξει με κάποια απίθανα καινούργια πιάτα, μιας και ο κατάλογος ανανεώνεται συχνά πυκνά.
Γιωωώργοοοο, ετοιμάσου.
Η ιστορία της Δημητρούλας προκαλεί έκπληξη και σίγουρα τον θαυμασμό. Δεν είναι όμως της παρούσης. Ρωτήστε την ίδια μεταξύ 4ης και 5ης γλυκόπιοτης ρακής. Γιατί εκεί θα φτάσετε σίγουρα. Λίγο η κουβέντα, λίγο οι καλοί μεζέδες, piece of cake.
Ένα παραδοσιακό καφενείο – ρακάδικο- μεζεδοπωλείο όπου μπορείς να πας να πιείς και να συνοδεύσεις με μαμαδίστικους μεζέδες, όπως σαγανάκια, κολοκυθοκεφτέδες, φάβα, μαυρομάτικα με πιπεριές αλλά και κάποια πιάτα ημέρας, ανάλογα την εποχή και την έμπνευση του expert μάγειρα. Διότι ο κατάλογος αλλάζει τουλάχιστον 2 φορές τον χρόνο. Για αυτή την περίεργη εποχή, έχουν προστεθεί κάποια πιάτα με θαλασσινά.
Θα λύσεις όλα τα θέματα της επικαιρότητας, θα πιάσεις ότι άλλο πικάντικο θέλεις, θα δεις τη Δημητρούλα να κινείται ως άλλος Usain Bolt ανάμεσα στα τραπέζια για να μην αφήσει κανέναν παραπονεμένο, θα δοκιμάσεις, σχεδόν, όλον τον κατάλογο συνοδεία ρακής, ή χύμα τσίπουρου και θα ρωτήσεις την παρέα σου πότε θα ξανάρθετε.
Ο χώρος έχει βελτιωθεί, έχει μεγαλώσει, αφού η ζήτηση ήταν μεγάλη, και επεκτάθηκε στο διπλανό μαγαζάκι. Μη περιμένεις κάτι έξτρα βέβαια, άλλωστε σε καφενείο έρχεσαι. Vintage, συμπαθητικός και καθαρός χώρος, με όμορφα καδράκια, κουρτινάκια στα τζάμια, υλικά του πάγκου της κουζίνας, πατζούρια με διάφορα γλαστράκια πάνω. Τα τραπεζοκαθίσματα σε πράσινο χρώμα, κλασικά καφενείου που στη συνέχεια υιοθετήθηκαν από όλα τα μεζεδοπωλεία.
Στην αρχή έρχεται πιατάκι με ντακάκια, κι ελιές, συνοδεία σφηνακίου ρακής “πιες όσο θες, δε βαράω”.
Ξεκινάω πάντα με μαυρομάτικα, ψιλοκομμένες πιπεριές και μυρωδικά. Τα έκανε η μάνα μου, δεν άφηνα τίποτα στο πιάτο, όμοια τα κάνει και ο άρχων της κουζίνας Γιώργος.
Έχω δοκιμάσει όλα τα σαγανάκια. Το κλασικό λαδοτύρι, σε γενναία ποσότητα, μαστιχωτό, λεμονάτο και μυρωδάτο, αυτό με το σύγκλινο όπου ανάμεσα στα κομμένα αυγά μάτια, υπάρχουν κομμάτια παστού χοιρινού και ντομάτας, πασπαλισμένα με ρίγανη και γλυκό μπούκοβο και το καυτερό με σουτζούκι που είναι πολύ καυτερό για τα γούστα μου. Όλα τέλειοι μεζέδες, αλλά, ξεχωρίζω αυτό με το σύγκλινο, που αν ο Γιώργος δεν ξεχαστεί και κόψει μεγάλα τα κομμάτια του κρέατος, είναι με διαφορά από τα καλύτερα, στο Λεκανοπέδιο.
Σαλάτα δροσιστική, φθινοπωρινή, με παντζάρι, ξηρούς καρπούς, γλιστρίδα και λιναρόσπορο, μια τέλεια αρμονία μεταξύ της στυφής γεύσης του παντζαριού και της δροσιάς της γλιστρίδας. Ανοίγει την όρεξη.
Γεμιστή πατάτα στον φούρνο με τη φλούδα να βγαίνει με το χέρι, μοιάζει με βάρκα, η δε ψίχα της ανακατεμένη με ψιλοκομμένο chorizo, λιωμένα τυριά και μυρωδικά, σκέτη απόλαυση.
Λάτρεψα την πίτα του βοσκού. 3 είδη κιμάδων, λιωμένο τυρί, αρακάς, καλαμπόκι, καρότο, σκεπασμένα με τραγανό φύλλο και ψημένα σε πήλινο σκεύος. Πιάτο έκπληξη που θα πρέπει να σταθεροποιηθεί στα standards του καταλόγου.
Δεν μ’ άρεσε το κανταϊφένιο πουγκάκι με το κλέφτικο αρνί και τα μυρωδικά. Νομίζω δε δένει το είδος του κρέατος με το μαλλί από κανταΐφι και η σάλτσα του μου άφηνε αρκετά γλυκιά επίγευση.
Την επόμενη φορά θα πάω για τα θαλασσινά, γιατί κάποια πιάτα μου έκαναν τρομερό κλικ. Θέλω να δοκιμάσω όπως και δήποτε, τσίρο καπνιστό με πίκλα κρεμμυδιού και άνηθο, όσο και τα ρολάκια από μυλοκόπι τυλιγμένα με προσούτο και σάλτσα ντομάτας.
Για αυτή την περίοδο, το φαγητό κλείνει με δροσερή handmade λεμονόπιτα, καθόλου λιγωτική, με πλούσια αρωματική αφράτη κρέμα, ξινουμπίλα τόσο όσο.
Οι ποσότητες στα πιάτα έχουν μεγαλώσει, η ποιότητα παραμένει σταθερά ψηλά οπότε φεύγεις χορτασμένος, χαμογελαστός και ανανεώνεις το ραντεβού.
Τα μέτρα προστασίας υπάρχουν στο έπακρο, αφού και οι αποστάσεις τηρούνται και όλοι κυκλοφορούν με πλεξιγκλασσάτες μάσκες.
Η Δημητρούλα αποτελεί μία εγγυημένη και τίμια λύση για ποτάκι και τσιμπολόγημα με σπιτικούς μεζέδες, με τις τιμές να παίζουν ανάμεσα στα 4 έως 9 euro (2 πιάτα στα 11).
Αν θέλετε γκουρμεδιάρικους μεζέδες σίγουρα δεν είστε για εδώ, αν προτιμάτε καταστάσεις σπιτικές, χαλαρές, γουστόζικες, παρφαί καταστάσεις που λέει κι ο Πιλαλί, μόλις βρήκατε το μαγαζί που κουμπώνει πάνω σας. Ας είναι καλά ο παλιός συμμαθητής και φίλος Θανάσης, που μου γνώρισε το μαγαζί.
Γεμίστε το ποτήρι σας και πιείτε στην υγειά της Δημητρούλας. Καλωσορίσατε κι απόψε στο ταξίδι της.
Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε τη σελίδα, θα υποθέσουμε πως είστε ικανοποιημένοι με αυτό.
Την ιστορία της Δημητρούλας την ήξερα μέσες – άκρες από τον κολλητό που μετοίκησε στο Βόλο. Την έμαθα με το νι και με τι σίγμα από τον φίλο Θανάση –κολλητό της Δημητρούλας- που συντρώγαμε στην τελευταία επίσκεψη στα χαμηλά της Αγίου Γεωργίου.
Αυτή τη φορά έλειπε ο Γιώργος που ηγείται της κουζίνας και στα ενδότερα ήταν η ίδια η Δήμητρα, με την αδερφή της να προΐσταται στο σέρβις.
Ένα παραδοσιακό καφενείο – ουζερί παρεϊστικο και χαλαρό, όπου μπορείς να πας να πιείς την μπύρα, το κρασί σου, αλλά και το ούζο ή το τσίπουρο και το ρακί σου. Εννοείται θα το συνοδεύσεις με κάποιους στάνταρ μεζέδες, όπως σαγανάκια, πατατοσαλάτα, φάβα, αλλά και κάποια πιάτα ημέρας ανάλογα με την έμπνευση.
Συμπαθητικός ο χώρος και καθαρός, με πολλά vintage καδράκια στον τοίχο, κουρτινάκια στο τζάμι, υλικά του πάγκου της κουζίνας στην άλλη πλευρά, πλαστικό στον έξω χώρο του πεζοδρομίου και πατζούρια στην μία πλευρά με διάφορα γλαστράκια πάνω. Τα τραπεζοκαθίσματα σε πράσινο χρώμα, κλασικά καφενείου που τα υιοθέτησαν μετά όλα τα μεζεδοπωλεία. Ευτυχώς που πήρε και τον δίπλα χώρο και υπάρχει περισσότερη άνεση.
Ξεκινήσαμε κλασσικά με μαυρομάτικα με δίχρωμες πιπεριές και φρέσκο κρεμμυδάκι, αεράτο πιάτο με μια σως με μέλι να του δίνει μια γλυκόξινη γεύση, συνεχίσαμε με τα αυγά όπου ανάμεσα στα αυγά μάτια, υπήρχαν ψιλά κομμάτια σύγκλινου και ντομάτας, πασπαλισμένα με ρίγανη και γλυκό μπούκοβο και στην πορεία το ξαναπήραμε. Άχαστο πιάτο, υπάρχει και σε παραλλαγή με σουτζούκι ελαφρά καυτερό.
Μαραθόπιτα για τον Θανάση, ποσότητα γενναία, αρωματική με πολύ χόρτο και τριμμένο τυρί από πάνω, το σύνολο Κρητικά φτιαγμένο.
Κοτόπουλο διαίτης για τις κυρίες της παρέας με πιπεριές και μια γευστική σος από σόγια, σουσάμι και μέλι, μανιτάρια με λιαστή ντομάτα και καπνιστό τυρί λιωμένο στην κορυφή. Για τις κυρίες τα πήραμε, αλλά έγινε μάχη με βούτες της συνοδευτικής πιτούλας στη νόστιμη σάλτσα. Ειδική μνεία στα ρεβίθια με το πλιγούρι και την φέτα στο πήλινο φουρνιστά και εξαιρετικά, μας έκανε εντύπωση ως πιάτο το πήραμε και μας αποζημίωσε. Ίσως το καλύτερο πιάτο της ημέρας. Η φέτα είχε κάνει ένα στρώμα στην κορυφή του πήλινου και με το που έπαιρνες μπουκιά, όλα τα αρώματα ξεχύνονταν στο τραπέζι.
Συνοδέψαμε με χύμα εύγευστη ρακί εγώ και ο Θανάσης. Ο έτερος της παρέας μας κορόιδεψε πίνοντας μπύρα, όπως και οι κυρίες του τραπεζιού.
Γλυκό που θέλαμε δεν είχε, ίσως γιατί έλειπε ο Γιώργος και μείναμε με τη λιγούρα. Η Δημητρούλα αποτελεί μια εγγυημένη και τίμια λύση για ποτάκι και τσιμπολόγημα με σπιτικούς μεζέδες. Ποτέ δεν μας έχει στεναχωρήσει και πάντα θα μας εκπλήξει με κάποια απίθανα καινούργια πιάτα, μιας και ο κατάλογος ανανεώνεται συχνά πυκνά.
Γιωωώργοοοο, ετοιμάσου.
Η ιστορία της Δημητρούλας προκαλεί έκπληξη και σίγουρα τον θαυμασμό. Δεν είναι όμως της παρούσης. Ρωτήστε την ίδια μεταξύ 4ης και 5ης γλυκόπιοτης ρακής. Γιατί εκεί θα φτάσετε σίγουρα. Λίγο η κουβέντα, λίγο οι καλοί μεζέδες, piece of cake.
Ένα παραδοσιακό καφενείο – ρακάδικο- μεζεδοπωλείο όπου μπορείς να πας να πιείς και να συνοδεύσεις με μαμαδίστικους μεζέδες, όπως σαγανάκια, κολοκυθοκεφτέδες, φάβα, μαυρομάτικα με πιπεριές αλλά και κάποια πιάτα ημέρας, ανάλογα την εποχή και την έμπνευση του expert μάγειρα. Διότι ο κατάλογος αλλάζει τουλάχιστον 2 φορές τον χρόνο. Για αυτή την περίεργη εποχή, έχουν προστεθεί κάποια πιάτα με θαλασσινά.
Θα λύσεις όλα τα θέματα της επικαιρότητας, θα πιάσεις ότι άλλο πικάντικο θέλεις, θα δεις τη Δημητρούλα να κινείται ως άλλος Usain Bolt ανάμεσα στα τραπέζια για να μην αφήσει κανέναν παραπονεμένο, θα δοκιμάσεις, σχεδόν, όλον τον κατάλογο συνοδεία ρακής, ή χύμα τσίπουρου και θα ρωτήσεις την παρέα σου πότε θα ξανάρθετε.
Ο χώρος έχει βελτιωθεί, έχει μεγαλώσει, αφού η ζήτηση ήταν μεγάλη, και επεκτάθηκε στο διπλανό μαγαζάκι. Μη περιμένεις κάτι έξτρα βέβαια, άλλωστε σε καφενείο έρχεσαι. Vintage, συμπαθητικός και καθαρός χώρος, με όμορφα καδράκια, κουρτινάκια στα τζάμια, υλικά του πάγκου της κουζίνας, πατζούρια με διάφορα γλαστράκια πάνω. Τα τραπεζοκαθίσματα σε πράσινο χρώμα, κλασικά καφενείου που στη συνέχεια υιοθετήθηκαν από όλα τα μεζεδοπωλεία.
Στην αρχή έρχεται πιατάκι με ντακάκια, κι ελιές, συνοδεία σφηνακίου ρακής “πιες όσο θες, δε βαράω”.
Ξεκινάω πάντα με μαυρομάτικα, ψιλοκομμένες πιπεριές και μυρωδικά. Τα έκανε η μάνα μου, δεν άφηνα τίποτα στο πιάτο, όμοια τα κάνει και ο άρχων της κουζίνας Γιώργος.
Έχω δοκιμάσει όλα τα σαγανάκια. Το κλασικό λαδοτύρι, σε γενναία ποσότητα, μαστιχωτό, λεμονάτο και μυρωδάτο, αυτό με το σύγκλινο όπου ανάμεσα στα κομμένα αυγά μάτια, υπάρχουν κομμάτια παστού χοιρινού και ντομάτας, πασπαλισμένα με ρίγανη και γλυκό μπούκοβο και το καυτερό με σουτζούκι που είναι πολύ καυτερό για τα γούστα μου. Όλα τέλειοι μεζέδες, αλλά, ξεχωρίζω αυτό με το σύγκλινο, που αν ο Γιώργος δεν ξεχαστεί και κόψει μεγάλα τα κομμάτια του κρέατος, είναι με διαφορά από τα καλύτερα, στο Λεκανοπέδιο.
Σαλάτα δροσιστική, φθινοπωρινή, με παντζάρι, ξηρούς καρπούς, γλιστρίδα και λιναρόσπορο, μια τέλεια αρμονία μεταξύ της στυφής γεύσης του παντζαριού και της δροσιάς της γλιστρίδας. Ανοίγει την όρεξη.
Γεμιστή πατάτα στον φούρνο με τη φλούδα να βγαίνει με το χέρι, μοιάζει με βάρκα, η δε ψίχα της ανακατεμένη με ψιλοκομμένο chorizo, λιωμένα τυριά και μυρωδικά, σκέτη απόλαυση.
Λάτρεψα την πίτα του βοσκού. 3 είδη κιμάδων, λιωμένο τυρί, αρακάς, καλαμπόκι, καρότο, σκεπασμένα με τραγανό φύλλο και ψημένα σε πήλινο σκεύος. Πιάτο έκπληξη που θα πρέπει να σταθεροποιηθεί στα standards του καταλόγου.
Δεν μ’ άρεσε το κανταϊφένιο πουγκάκι με το κλέφτικο αρνί και τα μυρωδικά. Νομίζω δε δένει το είδος του κρέατος με το μαλλί από κανταΐφι και η σάλτσα του μου άφηνε αρκετά γλυκιά επίγευση.
Την επόμενη φορά θα πάω για τα θαλασσινά, γιατί κάποια πιάτα μου έκαναν τρομερό κλικ. Θέλω να δοκιμάσω όπως και δήποτε, τσίρο καπνιστό με πίκλα κρεμμυδιού και άνηθο, όσο και τα ρολάκια από μυλοκόπι τυλιγμένα με προσούτο και σάλτσα ντομάτας.
Για αυτή την περίοδο, το φαγητό κλείνει με δροσερή handmade λεμονόπιτα, καθόλου λιγωτική, με πλούσια αρωματική αφράτη κρέμα, ξινουμπίλα τόσο όσο.
Οι ποσότητες στα πιάτα έχουν μεγαλώσει, η ποιότητα παραμένει σταθερά ψηλά οπότε φεύγεις χορτασμένος, χαμογελαστός και ανανεώνεις το ραντεβού.
Τα μέτρα προστασίας υπάρχουν στο έπακρο, αφού και οι αποστάσεις τηρούνται και όλοι κυκλοφορούν με πλεξιγκλασσάτες μάσκες.
Η Δημητρούλα αποτελεί μία εγγυημένη και τίμια λύση για ποτάκι και τσιμπολόγημα με σπιτικούς μεζέδες, με τις τιμές να παίζουν ανάμεσα στα 4 έως 9 euro (2 πιάτα στα 11).
Αν θέλετε γκουρμεδιάρικους μεζέδες σίγουρα δεν είστε για εδώ, αν προτιμάτε καταστάσεις σπιτικές, χαλαρές, γουστόζικες, παρφαί καταστάσεις που λέει κι ο Πιλαλί, μόλις βρήκατε το μαγαζί που κουμπώνει πάνω σας. Ας είναι καλά ο παλιός συμμαθητής και φίλος Θανάσης, που μου γνώρισε το μαγαζί.
Γεμίστε το ποτήρι σας και πιείτε στην υγειά της Δημητρούλας. Καλωσορίσατε κι απόψε στο ταξίδι της.
Ευχαριστούμε από καρδιάς!!!! Με το καλό να ανοίξουμε ξανά και να σας υποδεχτούμε με νέες γεύσεις.